ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

Εισαγωγή: Δημήτριος Θ. Βασιλειάδης

greeiksinbengalΗ συγγραφέας-εκπαιδευτικός Διώνη Μάρκου-Ντόντη γεννήθηκε στο Καράτσι και μεγάλωσε στην Καλκούτα με την οικογένειά της που αποτέλεσε μέρος ενός ελάχιστα γνωστού αλλά αξιόλογου μεταναστευτικού ρεύματος που μετέφερε εκατοντάδες ελλήνων εμπόρων στην Ινδική Χερσόνησο από τις αρχές του 18ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Το Χρονικό των Ελλήνων στην Ινδία 1750-1950 καταγράφει την ιστορία αυτού του μεταναστευτικού ρεύματος στην Ινδία αλλά και ταυτόχρονα αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες έρευνες που έχουν γραφτεί ποτέ πάνω στο θέμα αυτό. Σε αντίθεση με προηγούμενες δημοσιεύσεις, που έχουν εστιασθεί κυρίως πάνω στην Ελληνική κοινότητα της Βεγγάλης, η Ντόντη αναζητεί και καταγράφει τη ζωή πολλών άλλων λησμονημένων Ελλήνων που έζησαν και εργάσθηκαν σε άλλες πόλεις και λιγότερο γνωστές περιοχές της Ινδίας. Η λέξη ‘Ινδία’ χρησιμοποιείται εδώ με την ευρύτερη έννοια της Ινδικής Χερσονήσου καθώς περιλαμβάνει αστικά κέντρα που βρίσκονται σήμερα – μετά τη διχοτόμηση της Ινδικής Χερσονήσου – στο Πακιστάν και το Μπαγκλαντές.

Η ιστορία της ελληνικής αποικίας είναι ελκυστική και ενδιαφέρουσα καθώς συνδέεται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα και ανακατατάξεις που έλαβαν μέρος στον ελλαδικό και ινδικό χώρο. Η παρουσία της ελληνικής κοινότητας στη Βεγγάλη αναμφισβήτητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής διασποράς και το πιο πρόσφατο κεφάλαιο μιας μακρόχρονης ιστορίας που συνδέει την Ελλάδα με την Ινδία από την ομιχλώδη εποχή  των μυθικών εκστρατειών του Διόνυσου και του Ηρακλή μέχρι και τις ημέρες μας.

Η άφιξη των πρώτων ελλήνων εμπόρων και μεταναστών, στη σύγχρονη ιστορία της Ινδίας, διευκολύνθηκε από την μετακίνηση καραβανιών μέσω των εμπορικών δρόμων που ένωναν την Ινδία με πολλές ελληνικές, αρμενικές, και εβραϊκές πόλεις στην τεράστια γεωγραφική περιοχή του ισλαμικού κόσμου που επεκτεινόταν από το Ανατολικό Μπαγκλαντές μέχρι  τα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Ιστορικές αναφορές του 17ου αιώνα μας πληροφορούν για την μετακίνηση Eλλήνων εμπόρων που μετέφεραν τις πραγματείες τους από την κεντρική και δυτική Ινδία στη Σμύρνη, Καππαδοκία, Κωνσταντινούπολη, Ανδριανούπολη και Φιλιππούπολη.

Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες  που αναζήτησαν την τύχη τους έξω από τα όρια του ισλαμικού κόσμου, στην αγγλοκρατούμενη Βεγγάλη, αφίχθηκαν δια ξηράς από τις θρακικές πόλεις της Ανδριανούπολης και της Φιλλιπούπολης στις αρχές του 18ου αιώνα. Η εδραίωση και επέκταση της βρετανικής αποικίας άνοιξε το δρόμο σε νέους μετανάστες που έφθαναν δια ξηράς και θαλάσσης από τη Θράκη, τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, την Ήπειρο, τη Μικρά Ασία, την Ανατολία, την Αίγυπτο και την Κωνσταντινούπολη. 

Στο Χρονικό των Ελλήνων στην Ινδία 1750-1950 καταγράφεται η γλαφυρή ιστορία του αρχηγού της ελληνικής κοινότητας και δωρητή του πρώτου ελληνικού ιερού ναού της «Μεταμόρφωσης του Σωτήρος», Παναγιώτη Αλέξανδρου Αργύρη. Επίσης,  γίνονται εμπεριστατωμένες αναφορές στους πρώτους ιεροδιδάσκαλους που αποστέλλονταν από το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά, και ιδιαίτερα για τον φωτισμένο Κερκυραίο Αρχιμανδρίτη Παρθένιο. Ακόμη, τονίζεται το υψηλό εθνικό φρόνημα των Ελλήνων μεταναστών που  ενίσχυσαν οικονομικά την επανάσταση του γένους κατά του Οθωμανικού ζυγού καθώς και τον απελευθερωτικό αγώνα της Βορείου Ηπείρου. Η συμβολή της κοινότητας υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική στη διάσωση των συλληφθέντων ελλήνων αιχμαλώτων που μεταφέρθηκαν από τους Άγγλους στη Μπούρμα μετά την μικρασιατική καταστροφή. Η συγγραφέας αφιερώνει επίσης μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση πάνω στη ζωή και το έργο του  διακεκριμένου Έλληνα λόγιου και πρωτοπόρου Ινδολόγου, Δημητρίου Γαλανού,που υπηρέτησε ως δάσκαλος για έξι χρόνια στα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών στην Ντάκα και Καλκούτα πριν αποσυρθεί  για την μοναχική του ζωή στην ιερή ινδουιστική πόλη του Μπεναρές.

Η εργασία της Ντόντη εστιάζεται σε μια ιστορική περίοδο που είναι δύσκολο να ερευνηθεί καθώς τα αρχεία της απόμακρης ελληνικής κοινότητας έχουν χαθεί – προφανώς ύστερα από αμέλεια ορισμένων υπαλλήλων της Αρχιεπισκοπής ή του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου είχαν σταλεί προς διαφύλαξη από έναν από τους τελευταίους ιερείς που εφημέρευσαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Καλκούτας, τον πατέρα Κωνσταντίνο Χαλβατζάκη-Βελλάδιο σε συνεργασία με τον τότε Πρέσβυ της χώρας μας στην Ινδία και τωρινό πρόεδρο του Ελληνο-Ινδικού Συνδέσμου, Δρ. Βασίλη Βιτσαξή. Η Ντόντη καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να συγκεντρώσει στο έργο της τις μέχρι σήμερα υπάρχουσες πληροφορίες για την ελληνική κοινότητα της Βεγγάλης από δημοσιογραφικά και ταξιδιωτικά άρθρα που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά, βρετανικά δημοσιεύματα καθώς και από βιβλία άλλων σύγχρονων μελετητών. Ταυτόχρονα όμως η Ντόντη προσθέτει φρέσκα στοιχεία ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο της Ελληνικής κοινότητας προσφεύγοντας σε προσωπικές συνεντεύξεις με τους επιζήσαντες μετανάστες που τους αναζητά και τους βρίσκει στην Ελλάδα και Ινδία. Σίγουρα, οι προσωπικές εμπειρίες, αποτελούν την πλέον αξιόπιστη αλλά και δυσεύρετη ιστορική πηγή, και στην προκειμένη περίπτωση η συγγραφέας κάνει μια σημαντική προσφορά καθώς μας καταγράφει αφειδώς, πριν χαθούν από το φως, τις αναμνήσεις των τελευταίων ελλήνων που στελέχωσαν την ελληνική κοινότητα. Ποιες ήταν οι κυριότερες οικογένειες μεταναστών; Ποιες οι σημαντικότερες αναμνήσεις τους και ποιες οι σχέσεις τους με τους ινδούς και άλλους μετανάστες; Ποιοι ήταν οι λόγοι που τους ανάγκασαν τελικά να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους στην Ινδία και να επαναπατριστούν ή να μεταναστεύσουν προς νέες κατευθύνσεις; Αυτά είναι ορισμένα από τα πολλά ερωτήματα που προσπαθεί να απαντήσει η Ντόντη στο βιβλίο της.

Πέρα από την ιστορική και γεωγραφική καταγραφή των σημαντικότερων γεγονότων που σημάδεψαν την ζωή και το έργο των εμπόρων μεταναστών, η συγγραφέας αφιερώνει δύο κεφάλαια του βιβλίου της στην ιστορική χιώτικη οικογένεια των Ράλληδων, που δημιούργησαν την πλέον ακμάζουσα ελληνική εμπορική εταιρία των Ινδιών και παρείχαν με τον τρόπο αυτό εργασία σ’ ένα μεγάλο αριθμό ελλήνων μεταναστών. Πιο περιληπτικές είναι οι αναφορές της στις άλλες εμπορικές εταιρίες που ασχολήθηκαν κυρίως με το εμπόριο προϊόντων κάνναβης (jute), άλατος, σαπουνιών, καπνού και αλόγων. Στον επίλογο του βιβλίου της, η Ντόντη αναφέρεται στην τελευταία αξιόλογη προσφορά του αρχιτέκτονα Δοξιάδη που κέρδισε την εύνοια της Πακιστανικής κυβέρνησης και ανοικοδόμησε με την εταιρία του πλήθος εκπαιδευτικών και κυβερνητικών συγκροτημάτων στο Δυτικό και Ανατολικό Πακιστάν αλλά και σχεδίασε και τη νέα πρωτεύουσα του Πακιστάν, το Ισλαμαμπάντ.   

Η Ντόντη παρουσιάζει το υλικό που συνέλεξε με την βαθιά ψυχική ικανοποίηση ενός άξιου απογόνου και δικαιωμένου οπαδού. Η περιεκτική και δυναμική διήγησή της μαζί  με τον εμπλουτισμό του βιβλίου με μια πλούσια φωτογραφική συλλογή μας παρέχει ένα πλήρες ιστορικό επώνυμων αλλά και αγνώστων μεταναστών και καταγράφει την πορεία και τα έθιμα μιας κοινότητας που εμπλούτισε την ιστορία του απόδημου ελληνισμού. «Η Ζωή των Ελλήνων στην Ινδία 1750-1950» είναι ταυτόχρονα ιστορία και αποκάλυψη αφυπνίζοντας το ενδιαφέρον ακόμη και του πιο αδιάφορου αναγνώστη. Η ιστορία των Ελλήνων της Ινδίας σίγουρα θα διασαφηνιστεί περισσότερο με την πάροδο του χρόνου καθώς η έρευνα στα ελληνικά, βρετανικά και ινδικά αρχεία συνεχίζεται, αλλά το βιβλίο της Διώνη Ντόντη θα παραμείνει ένα σημαντικό έργο αναφοράς για όλους όσους ενδιαφέρονται να μελετήσουν την σύγχρονη ιστορία των ελλήνων της Ινδίας και της ελληνικής διασποράς γενικότερα.