ΑΓΓΙΓΜΑ ΙΝΔΙΑΣ

Της Μαρίνας Βήχου 

Αν σ’ αγγίξει ένας Ινδός στο δρόμο μη φοβηθείς – μας έλεγε κάποιος από την πρεσβεία την πρώτη μέρα που πατήσαμε το πόδι μας στη χώρα του Γκάντι – γι’ αυτού είναι ένας τρόπος επικοινωνίας.

Αν σ’ αγγίξει όμως η ίδια η Ινδία τι γίνεται; Πως να της αντισταθείς; Πως να αντισταθείς στην μαγεία που εκπέμπει αυτή η χώρα, που αφομοίωσε τελικά όλους όσους επιχείρησαν να την κατακτήσουν – ίσως γιατί δεν τους αντιστάθηκε.

Άφησε τη γοητεία της να τους αιχμαλωτίσει, τη γοητεία του τοπίου, της ιστορίας, του πολιτισμού, των παραδόσεων, των δεισιδαιμονιών, της γιόγκα και της αγιουρβέδα…. το πάντρεμα της λογικής και του παράλογου, της τάξης με την αναρχία, του εκθαμβωτικού πλούτου και της απίστευτης φτώχειας, το πάντρεμα του ινδουισμού με τον βουδισμό και τον μουσουλμανισμό ακόμη και με τον ζωροαστρισμό, της μογγολικής αυστηρότητας στην αρχιτεκτονική με την ινδουιστική ελαφρότητα, του ασκητισμού με τον αισθησιασμό.

Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους του Δελχί σε κατακλύζει η λάμψη των χρωμάτων, το χαμόγελο των ρακένδυτων ζητιάνων – αλήθεια στην Αθήνα πόσα παιδιά έχετε δει να χαμογελούν στις μέρες μας – το λίκνισμα των γυναικείων κορμιών τυλιγμένων μέσα στα σάρι, τα φλογερά μαύρα και εκφραστικά μάτια των ανδρών, οι χαλαροί και νωχελικοί ρυθμοί της ζωής, τα πολυτελή σπίτια και ξενοδοχεία δίπλα στις φτωχογειτονιές και τα τσαντίρια. Σου έρχονται στο νου εικόνες από τον ‘Ζητιάνο’ του Καρκαβίτσα, το ‘Σιντάρτα’ του Έσσε και το μαγικό λυχνάρι του Αλαντίν.

Η Ινδία έχει απ’ όλα. Μετάξι και κουρέλια, αρώματα και κοπριά, πολυτελείς λιμουζίνες και ρίκσα (τοπικά τρίτροχα ταξί). Είναι η χώρα του άσπρου και του μαύρου. Γι’ αυτό και ή θα την απορρίψεις, θα το ρίξεις στο φθηνό shopping και θα κοιτάξεις να φύγεις το συντομότερο δυνατόν ή θα σε απογοητεύσει, θα σε καταδιώξει στον ύπνο και το ξύπνιο σου, ώσπου να γυρίσεις πίσω αιχμάλωτος της γοητείας της, ελπίζοντας κάποτε να την απομυθοποιήσεις.

Γιατί και η απομυθοποίηση είναι μέσα στη μοίρα του ανθρώπου. Όπως μας έλεγε ο Οδυσσέας κάποιο βράδυ στον κήπο του στο Δελχί, τρώγοντας ινδικά εδέσματα, με την θαλπωρή της φωτιάς, υπό το φως της πανσέληνου και το άγρυπνο βλέμμα του Σιχ φρουρού μας. Αν έρθεις στην Ινδία για ένα μήνα μπορεί να γράφεις ένα βιβλίο την βδομάδα, αν μείνεις ένα χρόνο μπορεί να γράψεις δύο βιβλία, αν μείνεις παραπάνω παύεις να γράφεις γιατί αφομοιώνεσαι, γίνεσαι και συ μια ψηφίδα αυτού του απέραντου μωσαϊκού, που λέγεται Ινδία, η χώρα του παραμυθιού.