ΓΚΑΝΤΙ

Νικόλας Βερνίκος

Απαιτείται σύνεσης και προσοχή για να σταθεί κανείς μπροστά στη μνήμη του Μαχάτμα Γκάντι για να μιλήσει για την παρακαταθήκη του. Όλοι ξέρουμε ότι το ιστορικό μέγεθος ενός «μεγάλου ανδρός» μετράται από τη διαχρονικότητα τόσο της προσφοράς του όσο και των εμπειριών του. Μετράται επίσης και από την συνέπεια και το ήθος του, και αυτό είναι εκείνο που του αναγνωρίσαμε όλοι μας αποδίδοντας του τον τίτλο του «Μαχάτμα» (μεγάλο πνεύμα).

 

Τι μας κληροδότησε λοιπόν ο Γκάντι;

 

Το πρώτο, και σε σας απόκειται να κρίνεται αν είναι το κυριότερο, είναι αυτή καθ’ αυτή η ύπαρξη της Ινδικής Ένωσης. Μιας κρατικής οντότητας ηπειρωτικών διαστάσεων με πάνω από ένα δισεκατομμύριο κατοίκους που, καθώς κυλάνε οι δεκαετίες, παίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο στα γεωπολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά δρώμενα του κόσμου. Ήδη, άλλωστε, τα επιτεύγματα της Ινδίας τους τομείς της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, της πληροφορικής, της διαστημικής και της πυρηνικής βιομηχανίας τοποθετούν τη χώρα αυτή μεταξύ των μεγάλων τεχνολογικών δυνάμεων του πλανήτη. Παράλληλα, πλήθος είναι και οι απόφοιτοι των ινδικών πανεπιστημίων που εργάζονται στην Αμερική και την Ευρώπη σε όλους τους κλάδους της προχωρημένης τεχνολογίας.

 

Μέσα από έναν αγώνα που σημάδεψε τη ζωή του Γκάντι, αλλά που χρονικά αντιπροσώπευσε μικρή μόνο περίοδο της ιστορικής πορείας των πολιτισμών που ανέκαθεν συναπάρτιζαν την Ινδία, πέτυχε την ίδρυση ενός ομοσπονδιακού κράτους με κοινοβουλευτικού τύπου δημοκρατικούς θεσμούς και έβαλε σε κίνηση μηχανισμούς επανίδρυσης μιας Πολιτείας (με την αρχαία ελληνική έννοια της λέξης) που βασίζεται σήμερα, το 2006, στη συνεκτική διαφορετικότητα και στη ρύθμιση των κοινωνικών και των πολιτισμικών αντινομιών.

 

Για πολλούς αιώνες οι Ινδική χερσόνησος είχε υποφέρει από τις ξένες κυριαρχίες και πολλοί στάθηκαν οι αγώνες και οι ανεπιτυχείς πολεμικές προσπάθειες απομάκρυνσης των ξένων κατακτητών. Έτσι, το επίτευγμα του Γκάντι και των συντρόφων του, η απελευθέρωση δηλαδή των Ινδιών αποτελεί, αναμφισβήτητα, σταθμό και θετική συμβολή στην γενικότερη πορεία της ανθρωπότητας.

 

Επισημαίνουμε, ότι την πλουραλιστική δημοκρατία των Ινδιών την εδραίωσε μετά το θάνατο του «απελευθερωτή» μια σειρά από ηγέτες οι οποίοι, συνεχίζοντας το παράδειγμα του Γκάντι, αφιέρωσαν και θυσίασαν τη ζωή τους για την διατήρηση της Δημοκρατίας, με πρώτο τον Νεχρού.

 

Η δημοκρατική λειτουργία μιας Πολιτείας με πεντακόσια αρχικά και με χίλια σήμερα εκατομμύρια πολίτες είναι κάτι που υπερβαίνει τις διαστάσεις των κοινωνικό-πολιτικών φαινομένων πάνω στα οποία μπορούσαν να διαλογιστούν ακόμα και οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Ίσως όμως το παράδειγμα της αποκεντρωμένης αυτοκρατορίας του κράτους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που στηρίζονταν σε νόμιμες ιθαγενείς διοικήσεις και κυρίως η φιλοσοφία διακυβέρνησης του Ασόκα – όπως την διαβάζουμε στα ελληνικά στις δίγλωσσες αρχαίες επιγραφές της Κανδαχάρης – να επιτρέψουν στους αρμόδιους μελετητές να κατανοήσουν το όραμα με το οποίο ο Γκάντι γαλούχησε τους διαδόχους του. Ένα όραμα, που σε μεγάλο ποσοστό βασίζονταν σε βαθύτερες θρησκευτικές αρχές ηθικής.

 

**

 

Η δεύτερη παρακαταθήκη, του αγώνα ζωής του Γκάντι, έχει και αυτή την ίδια παγκόσμια εμβέλεια, με εκείνη του γεωπολιτικού και οικονομικού ειδικού βάρους της Ινδικής Ένωσης στην παγκόσμια σκηνή, και αφορά στην κινητοποίηση των δυνάμεων ενός λαού.

 

Αναφερόμαστε βέβαια στη σταδιακή, σε βάθος οργάνωση του του απελευθερωτικού αγώνα των λαών της Ινδίας, στον απελευθερωτικό αγώνα για την εθνική τους αποκατάσταση. Εκεί όπου, στο παρελθόν μόνο λιγοστοί διανοούμενοι και ηρωικές προσωπικότητες θυσιάζονταν σε πολεμικές αντιστασιακές πράξεις ο Γκάντι πέτυχε να ξεσηκώσει τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων των Βρετανικών Ινδιών.

 

Η μορφή αγώνα που επέλεξε, η ahimsa (αποκλειστικά μη-βία), αν και διεξήχθη «χωρίς βία» από την πλευρά εκείνων που διεκδίκησαν νικηφόρα την κατάλυση των ξενικών εξουσιών της Ινδίας, δεν ήταν βέβαια χωρίς θύματα. Αντίθετα και αίμα και κάθε είδους βάσανοι σημάδεψαν τον δρόμο της ανεξαρτησίας. Αυτό όμως πιστώθηκε στις «παρακαταθήκες» της βρετανικής κυριαρχίας και όχι στους αγωνιστές της Ινδικής ανεξαρτησίας.

 

**

“…Non-violence is an active force. There is no possibility of cowardice or weakness in it”.

  

Το χρονικό της κινητοποίησης των λαών της Ινδίας ξεκινάει – συμβολικά τουλάχιστο – στις 11 Σεπτεμβρίου 1906, όταν ο Γκάντι κάλεσε τους συμπατριώτες του να αντισταθούν στους άδικους νόμους με μη-βίαιους τρόπους. Τότε ήταν που χιλιάδες Ινδοί, μαζί με τον Γκάντι φυλακίστηκαν όταν έκαψαν τις ταυτότητές τους. Σημειώνουμε ότι στις 11/9 του 2006 όλη η Ινδία εόρτασε την 100η επέτειο αυτού του ιστορικού γεγονότος[1], που αποτελεί και την τρίτη παρακαταθήκη του «γκαντισμού».

 

Στην περίπτωση αυτή το δίδαγμα που μας άφησε ο Γκάντι και η ιστορική εμπειρία του απελευθερωτικού αγώνα των Ινδιών είναι ότι όταν ένας λαός κινητοποιηθεί σε βάθος και στρατευθεί σε έναν μακροχρόνιο συλλογικό αγώνα διεκδίκησης της «αυτοδιάθεσής του», δεν υπάρχει δύναμη ικανή να τον νικήσει, όση στρατιωτική ισχύ και αν διαθέτει. Το δίδαγμα αυτό, μετά τις εμπειρίες των πολέμων της Αλγερίας, του Βιετ Ναμ, αλλά και του Αφγανιστάν, έχει πια καταγραφεί στις «δέλτους της στρατιωτικής ιστορίας» του 20ου αιώνα. Το είχε άλλωστε δει καθαρά και ο στρατηγός Ντε Γκωλ όταν προειδοποίησε για το πιa επρόκειτο να είναι η κατάληξη των πολέμων του Βιετ Ναμ.

 

Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι ο πατέρας της Ινδικής Ένωσης μας άφησε ένα διαχρονικό δίδαγμα ιδιαίτερα επίκαιρο που μοιάζει να προδιαγράφει και το μέλλον του Ιράκ, της Παλαιστίνης, του Αφγανιστάν, και ενδεχομένως και του Κουρδιστάν, έστω και αν η σημερινή ιδεολογία, η βιαιότητα και η πολιτική πλατφόρμα των αγώνων αυτών δεν μπορεί να μας βρει σύμφωνους.

 

Αξίζει, άλλωστε, να θυμίσουμε ότι η μη-βία ήταν το πολιτισμικό και ηθικό υπόβαθρό που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του Γκάντι και του επέτρεψε να αποφύγει πρακτικές που υιοθετούν την αρχή σύμφωνα με την οποία «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Επίσης η αγωνιστική «μη-βία» μπορεί να μας επιτρέψει να παρακάμψουμε και την μεταφυσική προειδοποίηση της ρήσης που λέει: «μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις

 

Είναι, έτσι χαρακτηριστικό ότι διαρκούντος του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου ο Γκάντι δεν αναζήτησε τη συμμαχία των δυνάμεων του Άξονα (Ιαπωνία, Γερμανία, Ιταλία), ούτε και την επέτρεψε παρ΄ όλες τις προτροπές που του έγιναν, όπως και δεν επέτρεψε τις δολιοφθορές και τις πολεμικές ενέργειες κατά των δυνάμεων των βρετανικών αρχών και ποτέ δεν απάντησε με βία στην τυφλή βία ορισμένων βρετανικών αντιποίνων και σφαγών.

 

Οφείλουμε πάντως, σήμερα στα τέλη του 2006, να αποτολμήσουμε την αξιολόγηση της παρακαταθήκης του Γκάντι σε ότι αφορά την αρχή του μη βίαιου αγώνα.

 

Η άποψή μας είναι ότι παραμένει ως οικουμενική αξία και μπορεί να έχει αναμφισβήτητη αποτελεσματικότητα όταν επιτυγχάνει, όπως είπαμε, την ευρύτερη κινητοποίηση ενός λαού, όταν γίνεται ένα πραγματικός μαζικός αγώνας διεκδίκησης δικαίων και οδηγεί στη δημιουργία ευρύτερων δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης. Δεν υπάρχει αμφιβολία, επίσης ότι η «μη-βία» είναι, όπως πίστευε ο Γκάντι, μέρος της αλήθειας και ότι «η αλήθεια και η μη-βία είναι τόσο αρχαίες όσο είναι τα βουνά[2]

 

Η αποτίμηση όμως της αξίας μιας παθητικής αντίστασης σε εποχές άσκησης ακραίας βίας είναι κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο να γίνει. Διαβάζουμε στην ειδική ιστοσελίδα του Διαδικτύου που είναι αφιερωμένη στον Γκάντι ότι ορισμένοι ιστορικοί τον έχουν κατακρίνει επειδή φαίνεται να πίστεψε ότι ο Χίτλερ και οι Ναζί θα μπορούσαν να ανανήψουν με τη μη-βία. Επίσης, η εμπειρία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης διέψευσε τη ψευδαίσθηση του ότι οι Εβραίοι θα εύρισκαν έλεος εάν προσφέρονταν θεληματικά σε μαρτυρικό θάνατο.

 

Διαπιστώνουμε έτσι ότι η μη-βία συναντά τα όρια της εκεί όπου ξεσπά ο παραλογισμός των εθνικών και θρησκευτικών «καθάρσεων» με τη γενίκευση της χρήσης ένοπλης βίας από εκείνους που θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν να καταπνίξουν συλλογικές αφυπνίσεις, τις εθνοτικές συνειδήσεις και τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες για ελευθερία.

 

Έτσι τελικά, μας φαίνεται σώφρων και η προειδοποίηση που ακούσαμε στο Νέο Δελχί, σύμφωνα με την οποία στις ακραίες περιπτώσεις «και οι Θεοί δεν στερούνται αμυντικών όπλων». Αν όμως ισχύει το παλαιό ρητό σύμφωνα με το οποίο όποιος θέλει ειρήνη προετοιμάζεται για πόλεμο (si vis pacempara bellum) καλό είναι να θυμόμαστε, όπως μας δίδαξε ο Γκάντι ότι χωρίς ηθικό έλεγχο και σωφροσύνη η ισχύς δεν είναι τίποτε.

 

Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Γκάντι οργάνωσε και διηύθυνε τον μη-βίαιο εθνικό απελευθερωτικό αγώνα των Ινδιών αποτελεί για όλους εμάς «κτήμα εις αεί». Σ’ αυτό συνετέλεσε η ακλόνητη πεποίθηση στη δύναμη της μη-βίας όπως το έδειξε στις 12 Μαρτίου 1930 όταν ξεκίνησε την ιστορική πορεία για το αλάτι και εναντίον της φορολογίας του αλατιού.

 

**

 

Η τέταρτη παρακαταθήκη της ζωής και του έργου του Γκάντι αφορά στο τέλος της ζωής του και στην αδυναμία των προσπαθειών του να υπερβεί τις εκρηκτικές αντιθέσεις που προκαλούν οι συστηματικά υποδαυλιζόμενες θρησκευτικές αντιθέσεις. Στην Βρετανική Ινδία η μακροχρόνια πολιτική των «εθνοθρησκειών» (communautarism), αντιγραφή της πολιτικής των μιλετιών  της Οθωμανικής και της Περσικής αυτοκρατορίας, οδήγησε – υποδαυλιζόμενη το επαναλαμβάνουμε – στον αιματηρή διχοτόμηση Ινδίας από το ένα μέρος,  Πακιστάν-Μπαγκλαντές από το άλλο.

 

Απαιτείται, εδώ, μια σε βάθος μελέτη των όσων έγιναν τότε, των προσπαθειών που κατέβαλε μέχρι τέλους ο Γκάντι, όπως και του τρόπου που προκλήθηκε και οργανώθηκε η δολοφονία του πατέρα του ινδικού έθνους. Η εμπειρία εκείνης της εποχής παραμένει και αυτή τραγικά επίκαιρη επειδή σαν αντίβαρο της αναπόφευκτης νίκης όσων αγωνίζονται με συνέπεια για εθνική απελευθέρωση και πολιτισμική αυτοδιάθεση, προκρίνεται και πάλι  η πρόκληση θρησκευτικών εμφυλίων πολέμων και τοπικών θρησκευτικών «εθνοκαθάρσεων».

 

Βρίσκει κανείς δεκάδες λεπτομερείς αναλύσεις για το τι έγινε και δεν έπρεπε να γίνει για να αποφευχθεί η διχοτόμηση των Ινδιών και έχουν γραφεί πολλά για τα όσα οι μεν και οι δε καταλογίζουν τροφοδοτώντας τους θρησκευτικούς φανατισμούς.

 

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή όπου καλλιεργείται συστηματικά και σε παγκόσμιο επίπεδο η αντιπαλότητα ανάμεσα σε Σουνίτες, Σχιίτες, Χριστιανούς, Ιουδαίους, Δρούζους, Αλαουίτες, Ινδουιστές, Βουδιστές. Οι θρησκείες, δυστυχώς, βρίσκονται στο επίκεντρο της παγκόσμιας βίας και αυτό μας κάνει να στραφούμε ξανά στην ιστορική εμπειρία του γκαντισμού ο οποίος μας καλεί να ξαναδούμε με μεγάλη προσοχή τους κινδύνους που περικλείει ο κάθε θρησκευτικός φανατισμός και η μισαλλοδοξία τις οποίες τελικά δεν μπόρεσε να υπερβεί ούτε ο Μαχάτμα Γκάντι. Εδώ όμως το δίδαγμα που παραμένει είναι ότι αυτή καθ’ αυτή η δολοφονία του Γκάντι ήταν το αποτέλεσμα πολλών δεκαετιών προπαγανδιστικής και ιδεολογικής πλύσης εγκεφάλων.

 

**

 

Διαβάζουμε στις πηγές που αναφέρονται στον πατέρα του νεώτερου ινδικού κράτους ότι το όραμα του Γκάντι και ο αγώνας του στόχευε στη εδραίωση μιας «Ινδίας την οποία οι φτωχότεροι θα αισθάνονται σαν πατρίδα τους, όπου θα έχουν λόγο για τα όσο γίνονται, όπου δεν θα υπάρχουν άνθρωποι ανώτερων τάξεων και άνθρωποι κατώτερων τάξεων, μια Ινδία μέσα στην οποία όλες οι (θρησκευτικές) κοινότητες θα ζουν σε απόλυτη αρμονία.[3]» Αυτή είναι και η πέμπτη του παρακαταθήκη.

 

Είναι γεγονός ότι ο στόχος αυτός δεν έχει επιτευχθεί, όπως δεν έχει επιτευχθεί και στα άλλα μέρη του κόσμου, ακόμα και εκεί όπου η φτώχια έχει ουσιαστικά υποχωρήσει τελείως. Στην Νότια και Νότιο-ανατολικής Ασίας πολλά μένουν ακόμα να γίνουν στο τομέα της εξάλειψης των ανισοτήτων και της μιζέριας, Αυτά άλλωστε είναι και τα άλυτα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η «οικονομική παγκοσμιοποίηση» στο κρίσιμο σταυροδρόμι της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα.

 

 Για τον λόγο αυτό αξίζει και εμείς να επαναλάβουμε, κλείνοντας τις σκέψεις μας, εκείνο που είπε κάποτε ο σουηδός οικονομολόγος Gunard Myrdal:

 

« Σε μια εποχή όπου βαθαίνει η κρίση του αναπτυσσόμενου κόσμου, και όπου πολλαπλασιάζονται προσθετικά τα κοινωνικά προβλήματα των πλουσίων κοινωνιών […] οι ιδέες και οι πρακτικές του Γκάντι φαίνεται να γίνονται όλο και πιο επίκαιρες.[4]»

 

Να μας επιτραπεί, ακόμα, να προσθέσουμε και την παραίνεση του Μαχάτμα Γκάντι προς τους φίλους Αμερικανούς στις 21 Οκτωβρίου 1946:

 

«Εκτοπίστε τον θεό του χρήματος που ονομάζεται Μαμωνάς από τον θρόνο του και βρείτε μια γωνιά για τον Φτωχό θεό. Νομίζω ότι η Αμερική έχει πολύ μεγάλο μέλλον, αλλά αντίθετα από ότι λέγεται θα έχει θλιβερό μέλλον αν ορκίζεται στο όνομα του Μαμωνά. Ο Μαμωνάς δεν ποτέ δεν υπήρξε φίλος κανενός μας μέχρι τώρα. Στάθηκε πάντα ψευδής φίλος.»  (συνέντευξη προς τον Preston Grover τηςAssociated Press of America[5])

 

Και αυτή η παρατήρηση χρίζει σκέψης και πρέπει να την λάβουμε υπ’ όψη μας, όχι στα πλαίσια μιας πουριτανικής άρνησης της οικονομικής ανάπτυξης η οποία επιτρέπει την εξάλειψη της φτώχιας και την αναζήτηση της ευημερίας, αλλά σαν αντίβαρο της μη αντιμετώπισης των βαθύτατων ανισοτήτων που κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία.

 

Επειδή η μιζέρια των μαζών αποτελεί ακραία μορφή άσκησης βίας,  η παρακαταθήκη του Γκάντι  – όπως γράφει ο Gopalkrishna Gandhi – θα πρέπει να βγει από τις σκηνές της πολιτικής και να επιστρέψει στον λαό. Να επιστρέψει μέσω του μεγάλου εκείνου δεσμού με τον λαό που ηλεκτρίζει και όπου η κληρονομιά του Γκάντι μπορεί να λειτουργήσει και λειτουργεί, ανώνυμα.[6]

 

 

Νικόλας Βερνίκος 2 Οκτωβρίου 2006


 


[1] “On Sept. 11, 1906, Gandhi called on his compatriots to use non-violent means to disobey the law, and thousands of Indians were jailed, including Gandhi, for refusing to cooperate and burning their identity booklets. The government eventually relented and compromised with Gandhi.”

[2] As we know, non-violence and truth are two sides of the same coin. «I have nothing new to teach you… Truth and non-violence are as old as hill.»

[3] «An India in which the poorest shall feel that it is their country, in whose making they have an effective voice, an India in which there shall be no high class and low class of people, an India in which all communities shall live in perfect harmony

[4] As Swedish economist Gunnar Myrdal put it: «In a time of deepening crisis in the underdeveloped world, of social malaise in the affluent societies . . it seems likely that Gandhi’s ideas and techniques will become increasingly relevant

[5] [Preston Grover of the Associated Press of America asked Gandhiji, during an interview in New Delhi, on October 21, 1946 if he had any message for America.]

“Dislodge the money God called Mammon from the throne and find a corner for poor God. I think America has a very big future but in spite of what is said to the contrary, it has a dismal future if it swears by Mammon. Mammon has never been known to be a friend of any of us to the last. He is always a false friend.”

[6] «Gandhi’s legacy needs to be retrieved from that political studio and returned to the people. Returned to his great electrifying link among the people where his legacy can and does work – namelessly.»(Gopalkrishna Gandhi India’s National Magazine, From the publishers of THE HINDU,Vol. 14 , No. 16: Aug. 9-22, 1997.