Η ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Κώστας Σκανδάλης

atheatiopsiΤο μεγάλο ζήτημα της αρχικής προέλευσης των λαών των οποίων οι γλώσσες σήμερα χαρακτηρίζονται ως  ‘ινδοευρωπαϊκές’ υπήρξε για 200 σχεδόν χρόνια εστία αντιπαραθέσεων και αντικείμενο πολλαπλών ερμηνειών λόγω της πολυπλοκότητας του, και του πλήθους των εθνοτήτων που αφορά. 

Tο βιβλίο ‘Η αθέατη όψη του Ινδοευρωπαϊκού ζητήματος’ περιγράφει την πλευρά εκείνη του μεγάλου γλωσσικού αινίγματος πού παραμένει στο σκοτάδι, σκιαγραφώντας την πορεία των κινήσεων της Πρωτοελληνικής φυλής με αφετηρία τον χώρο του Αιγαίου, και την επίδραση της ελληνικής γλώσσας πάνω στους λαούς που ήλθε σε επαφή.

Δεν θα αναλύσω τις θέσεις τις ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, ούτε θα αναφέρω τους αρχικούς εμπνευστές της, πράγματα ήδη γνωστά.  Θα θυμίσω μόνο επιγραμματικά ότι υποστηρίζουν πως ένας αρχαίος προγονικός λαός εισέβαλλε κατά κύματα στην Ευρώπη κατερχόμενος από τον βορά και εκτόπισε προηγούμενα εγκατεστημένους λαούς, δημιουργώντας με την σταδιακή διάσπαση του τις σημερινές ομάδες γλωσσών. Τον λαό αυτό τον ονομάζουν ‘πρωτο-ινδοευρωπαϊκή φυλή’.

Αυτή η θεωρητική άποψη αποτελεί ένα υποθετικό σχήμα που στηρίζεται μόνο σε γλωσσικάίχνη, και παράλληλα ακροβατεί πάνω σε κάποια ανεπαρκή και ασήμαντα αρχαιολογικά ίχνη που αυθαίρετα του αποδίδονται. Όμως κανένα από τα δύο είδη ιχνών, δεν παρέχει αποδείξεις που θα αποκάλυπταν τον προσανατολισμό των μεταναστευτικών ή κατακτητικών κινήσεων ενός τέτοιου λαού που είναι και το κλειδί για την ερμηνεία του δυσεπίλυτου γλωσσικού φαινομένου.            

Ένα από τα πρώτα πράγματα που συνειδητοποιεί κανείς όταν ασχοληθεί με το ΙΕ ζήτημα, είναι πως λόγω του μεγέθους του, είναι αδύνατο να αντιμετωπιστεί  με επιστημονικό τρόπο απόμεμονωμένους ερευνητές έστω κι αν αυτοί είναι ειδικοί επιστήμονες. 

Στην πραγματικότητα θα είχαμε σαφή και οριστικά επιστημονικά συμπεράσματα γύρω από το πρόβλημα αυτό, μόνο εάν είχε συσταθεί για την επίλυση του, μια διεθνής και καλά οργανωμένη ερευνητική ομάδα, από έγκριτους ανθρωπολόγους, αρχαιολόγους, γλωσσολόγους, γεωλόγους, αρχαιομέτρες, και αρκετό βοηθητικό προσωπικό.  

Πρακτικά κάτι τέτοιο θα ήταν οικονομικά ανέφικτο για την ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά ανεφάρμοστο και για μεμονωμένα κράτη, καθώς η αμφισβήτηση θα επικρατούσε μέσα από μια δίνη σκοπιμοτήτων, και εθνικών αντιπαραθέσεων.

Προσωπικά, αφού πρώτα κατανόησα τους απαγορευτικούς αυτούς περιορισμούς,  οπλίστηκα περισσότερο  με την επίγνωση της αγνοίας μου στο μεγάλο αυτό ζήτημα, παρά με την εμβάθυνση σε κάποια από τις απαιτούμενες  για τη διερεύνηση του επιστήμες, συνειδητοποιώντας ότι έτσι κι αλλιώς καμία από αυτές δεν θα επαρκούσε από μόνη της για τη λύση του.

Παρ’ όλα αυτά αποφάσισα να θεμελιώσω μια προσωπική άποψη για το μεγάλο αυτό πρόβλημα,εντελώς ανεξάρτητη από σκοπιμότητες, σκοπεύοντας πάντως να ανακαλύψω τα αίτια του, και όχι να προσθέσω απλά μία ακόμη περιγραφή γύρω από το γιατί δεν μπορεί να ισχύει η ινδοευρωπαϊκή θεωρία – κάτι για το οποίο ήδη πολλοί Έλληνες και ξένοι ερευνητές έχουν προσφέρει με επιτυχία αρκετά συγγράμματα, παρέχοντας ουσιώδη επιχειρήματα – .

Το διαφορετικό λοιπόν που επιχείρησα να κάνω με αυτό το βιβλίο είναι να συνθέσω μια ικανοποιητική θεωρητική εικόνα για το τι πραγματικά συνέβη και να ανακαλύψω τα αίτια της δημιουργίας αυτών των  εξόφθαλμων γλωσσολογικών  διασυνδέσεων μεταξύ λαών που απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους.

Προσπάθησα, να καλύψω το θέμα  όχι μόνο από την γλωσσολογική του πλευρά, αλλά όσο το δυνατόν πιο σφαιρικά, με όποια αξιόπιστη πληροφορία και άποψη από τις σχετικές με το θέμα επιστήμες μπόρεσα να συλλέξω, εντάσσοντας τες στην ευρεία περιβαλλοντική πραγματικότητα του Αιγιακού χωροχρόνου, θεωρώντας την περιοχή αυτή ως την πιθανή κοιτίδα του φερομένου ως  πρωτο-ινδοευρωπαϊκού λαού σε μια υπόθεση εργασίας. 

Μια πολύ χρήσιμη διαπίστωση που προέκυψε από την παρατήρηση ενός συγκριτικού πίνακα 160 βασικών λέξεων σε 98 γλώσσες απ’ όλο τον κόσμο, που κατασκεύασα με κριτήριο την διαχρονικότητα τους, υπήρξε καθοριστική. 

Η διαπίστωση αυτή, ήταν ότι το μοντέλο δημιουργίας και διάδοσης των γλωσσικών σχέσεων που ανιχνεύονται μέσα στις λεγόμενες σήμερα Ι.Ε γλώσσες, θα έπρεπε να ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που έχει ληφθεί ως πρότυπο, με βάση τον επί μέρους σχηματισμό διαφόρων ομάδων γλωσσών, όπως π.χ. είναι η Ιταλική ομάδα με τις λατινογενείς γλώσσες, που αποτελούν τους σημερινούς απογόνους μιας μητρικής γλώσσας, της Λατινικής. Ο λόγος που με έκανε να φτάσω σε αυτό το συμπέρασμα, ήταν πως οι απαιτούμενοι χρόνοι για την εξέλιξη των γλωσσών αυτών ως απογόνων της Λατινικής, δεν ταίριαζαν καθόλου με την περίπτωση των χαρακτηρισμένων ως ‘ινδοευρωπαϊκών’ εν γένει, ως υποθετικών απογόνων της τεχνητά ανασκευασμένης  «πρωτοϊνδοευρωπαϊκής» , και παρουσίαζαν μια δυσανάλογη πορεία εξέλιξης σε συγκεκριμένες κοινές για την ομάδα λέξεις.

Χωρίς να καταφύγω στην τακτική που συναντάμε συχνά στην ανάπτυξη πολλών ελληνοκεντρικών θεμάτων με την συνειρμική συρραφή ασύμβατων, και μη ελέγξιμων στοιχείων όπου στοχεύεται το υποσυνείδητο, προσπάθησα να προσκομίσω πραγματικά στοιχεία, έχοντας περιορίσει τις αναφορές στους αρχαίους, σε ότι μπορεί να συσχετισθεί με αποτελέσματα ορατά μέχρι τις μέρες μας, και να τα εντάξω σε έναν λογικό και ενιαίο συλλογισμό.

Με βάση τα παραπάνω, απευθύνομαι με αυτό το βιβλίο σε κάθε ενδιαφερόμενο ανεξάρτητα από την ειδίκευση του στο θέμα, τονίζοντας το αυτονόητο : ότι το μεγάλο αυτό ζήτημα αφορά όχι μόνο όλους τους Έλληνες ανεξαιρέτως, αλλά και όλους τους Ευρωπαίους,  τους Βορειοαφρικανούς, τους Κεντροασιάτες και τους Ινδούς μαζί !  

Για το θέμα αυτό δεν επαρκούν μόνο ειδικές επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες, αλλά απαιτείται η διερεύνηση ποικίλων στοιχείων και πληροφοριών, οι οποίες δεν είναι προβλεπόμενο να υπάρχουν συγκεντρωμένες εκ των πρότερων ως αποτέλεσμα κάποιας επιστημονικής ειδίκευσης, αλλά να έχουν αποκτηθεί ειδικά  για τον συγκεκριμένο σκοπό, ώστε να επιχειρηθεί η θεωρητική σύλληψη ενός τόσο εκτεταμένου ζητήματος.

Είναι βέβαιο ότι χωρίς μια συνειδητή προσπάθεια να εξετασθούν ισότιμα οι  διάφορες κατηγορίες δεδομένων, η ειδικότητα του κάθε επιστήμονα θα μετατόπιζε το κέντρο βάρους της όλης ανάπτυξης του θέματος προς την δική του συγκεκριμένη επιστήμη. Αυτό ακριβώς είναι και το σφάλμα που έχει συμβεί εδώ και διακόσια περίπου χρόνια με τους γλωσσολόγους του 19ουαιώνα, οι οποίοι έδωσαν βαρύτητα μόνο στην γλωσσολογική πλευρά του θέματος, και φέρουν την κύρια ευθύνη για την δημιουργία μιας ακροβατικής και μονοδιάστατης θεωρίας όπως είναι η ινδοευρωπαϊκή

Στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που περιβάλλει το Αιγαίο, έχει βρεθεί πληθώρα αρχαιολογικών στοιχείων εξαιρετικά παλαιών, που ανήκουν σε λαούς που έχουν δράσει κάτω από συγκεκριμένη φυλετική, πολιτισμική και γλωσσική ταυτότητα, και με συγκεκριμένη ονομασία καταγεγραμμένη σε αρχαίες πηγές.

θα έπρεπε λοιπόν να είχαν βρεθεί και κάποια χειροπιαστά όσο και κοινής τεχνοτροπίας, αρχαιολογικά ευρήματα προερχόμενα και απ’ αυτό τον λαό που υποθετικά μίλησε την φερόμενη ως  πρωτο-ΙΕ γλώσσα, μια και τοποθετείται ότι έδρασε μέσα στην ίδια ή και μεταγενέστερη εποχή με αυτήν που αντιστοιχεί σε υπάρχοντα ευρήματα. Είναι αυτονόητο ότι ένας τέτοιος λαός  για να έχει επηρεάσει τις γλώσσες τόσων πολλών άλλων λαών, θα έπρεπε –εάν υπήρχε- να διατηρεί και κάποια ισχυρή μορφή πολιτισμικής ταυτότητας και συνοχής, να κατέχει μια σχετικά εκτεταμένη περιοχή, όπως και ένα πολύ σημαντικό πληθυσμό από αριθμητική άποψη. 

Σύμφωνα με το μοντέλο της γνωστής θεωρίας, αν υπήρχαν υλικά ευρήματα, αυτά θεωρητικά θα ξεκινούσαν από κάποια εστία, παρουσιάζοντας  μια κλιμακωτά μειούμενη πυκνότητα  προς διάφορες κατευθύνσεις,  ώστε να συμβαδίσουν λογικά με μια αντίστοιχα μειούμενη γλωσσική εγγύτητα, αντιστρόφως ανάλογη με την αύξηση της γεωγραφικής απόστασης από την εστία αυτή, και φυσικά με την ανάμειξη τους με αλλόγλωσσους  τοπικούς πληθυσμούς. 

Αν λοιπόν αυτό ήταν και το πραγματικό μοντέλο εξάπλωσης, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε μαζί με την επέκταση για εκμεταλλεύσιμα εδάφη,  και μια  παράλληλη διακτίνωση αμοιβαία κατανοητών γλωσσών, κατά το πρότυπο π.χ. των λατινογενών, ή των σλαβικών γλωσσών και προφανώς η αργή αυτή επέκταση θα προσέφερε και τον αντίστοιχο χρόνο για την απρόσκοπτη μετάδοση της  ίδιας της γλώσσας τους. 

Εφ’ όσον όμως κάτι τέτοιο δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ, και με δεδομένο ένα τόσο εκτεταμένο γεωγραφικό χώρο κάλυψης με γλωσσικές σχέσεις, τότε η αναζητούμενη κοιτίδα θα πρέπει να αναμένεται σε έναν χώρο, με κάποιες γεωλογικές ιδιαιτερότητες που υποδεικνύουν αιτίες αφ’ ενός μεν για μια απότομη και εσπευσμένη διασπορά του προγονικού λαού που ερευνούμε προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις -όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση τα ίχνη της εκτεταμένης φυσικής καταστροφής του κατακλυσμού του Αιγαίου- και αφ΄ετέρου η κοιτίδα αυτή θα έπρεπε να κατοικείται από έναν λαό με μεγαλύτερες δυνατότητες θαλάσσιας μετακίνησης συγκριτικά με τους γειτονικούς του λαούς, θεωρώντας τις δύο αυτές περιπτώσεις, ως τις αμέσως πιθανότερες για την ερμηνεία της εξάπλωσης του γλωσσικού φαινομένου, με δεδομένα τα μέσα και τις περιορισμένες δυνατότητες μαζικής μετακίνησης των λαών κατά την προϊστορική εποχή.

Με βάση την διαφορετική αυτή θεώρηση για τις αιτίες της αρχικής διασποράς, παραθέτουμε στο βιβλίο ένα εκτεταμένο σχέδιο εξάπλωσης προς την Αίγυπτο, την Μικρά Ασία, την Ευρώπη, την Μεσοποταμία, την κοιλάδα του Ινδού και την Βόρεια Ινδία, χωρίς να παραλείψουμε την σύνδεση του με στοιχεία που προέρχονται από ακόμα πιο απομακρυσμένες περιοχές όπως οι Βόρεια και Νότια Αμερική και ολόκληρη η έκταση του Ειρηνικού Ωκεανού, οι οποίες βρίθουν από γλωσσολογικά ή αρχαιολογικά ίχνη της παρουσίας πρωτοελληνικών φυλών, σε αριθμούς που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για αμφισβήτηση. 

Η χρονική πλαισίωση του σχεδίου αυτού ξεκινάει από τον ορίζοντα που χαράσσει το τέλος της τελευταίας παγετώδους περιόδου το 9.500 π.Χ. και καλύπτει όλη την φάση της μεσολιθικής και νεολιθικής περιόδου, οπότε αρχίζει να συνδέεται με απτά στοιχεία όπως γεωτεχνικά έργα μεγάλης έκτασης, που είναι ενδεικτικά κατοχής θεωρητικών γνώσεων, άρα και γραφής, και που παράλληλα απαιτούν για την εξέλιξη τους κάποιες χιλιετίες. 

Τέτοια έργα έχει προσφέρει ο πολιτισμός των Μινυών που έγινε πολύ περισσότερο γνωστός στις μέρες μας μέσα από την πολυετή και πολύτιμη εργασία του αρχαιολόγου Κου Θεόδωρου Σπυρόπουλου, η οποία έχει αναδείξει την υψηλού επιπέδου ανάπτυξη των γεωτεχνικών επιστημών που χαρακτηρίζει αυτόν τον λαό, και τον καθιστά πλέον τον ορατό σύνδεσμο με την χαμένη μέσα στα βάθη των χιλιετιών πρωτοελληνική φυλή, διότι ο ίδιος ταυτόχρονα παρουσιάζει έργα τέχνης προερχόμενα από την περιοχή του Ορχομενού καθαρά Ελληνικής τεχνοτροπίας, και  μας δίνει το μέτρο της χρονικής διάστασης που απαιτείται για να αναπτυχθεί ένας τέτοιος πολιτισμός για να φθάσει στο υψηλό τεχνικό αυτό επίπεδο.  Άλλωστε και ο πρώτος «ολοκληρωμένος» πολιτισμός της Ευρώπης -ο πολιτισμός του Σέσκλου- έχει γενέτειρα την Θεσσαλική γη, που είναι και ο τόπος προέλευσης των Μινυών, που έχει κατοικηθεί συνεχώς, τουλάχιστον από τα μέσα της 7ης χιλιετίας μέχρι και την 3η χιλιετία π.Χ. την ίδια εποχή που η κεντρική Ευρώπη καλύπτεται ακόμα από στρώμα πάγου ..

Το θεωρητικό μοντέλο των ινδοευρωπαϊστών, είχε ως αποτέλεσμα οι γλώσσες που φέρονται ως προερχόμενες από τον υποθετικό πρώτο-ΙΕ λαό, να εξετάζονται εξ’ αρχής ως η εξέλιξη μιας αρχικής και ομοιογενούς μητέρας-γλώσσας, που υποθετικά ομιλείτο πριν τον διαχωρισμό του σε υποφυλές, οπότε και οι όποιες γλωσσικές ομοιότητες- ως φυσική συνέπεια της εκτίμησης αυτής-, να εκλαμβάνονται εκ προοιμίου ως κατάλοιπα της βασικής δομής της υποθετικής αυτής γλώσσας, χωρίς να λαμβάνεται υπ΄όψη το ενδεχόμενο ότι οι γλωσσικές ομοιότητες μπορεί και να αποτελούν  ένα επιπρόσθετο στοιχείο, πολύ μεταγενέστερο της δημιουργίας των βασικών κλάδων των ΙΕ λεγομένων γλωσσών, που να ανήκει απλά σε μιαεξωτερική γλωσσική επίδραση που εισήχθη σ’αυτές, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά από την ίδια γλωσσική πηγή.

Στο  βιβλίο αυτό αντίθετα, χωρίς να παραβλέπεται εκ προοιμίου ως πιθανότητα  η Ελληνική να είναι μία από τις γλώσσες που  υπέστησαν την επίδραση κάποιου παράγοντα ο οποίος διαμόρφωσε την λεγόμενη ‘ινδοευρωπαϊκή’ γλωσσική οικογένεια, εξετάζεται κυρίως το αν είναι  η Ελληνική η γλώσσα που παρήγαγε την συγκεκριμένη επίδραση!  

Διερευνάται το ενδεχόμενο η Ελληνική ως υπαρκτή, ζωντανή και ιστορική γλώσσα, στην αρχαϊκή της μορφή να είναι η γενεσιουργός αιτία που δημιούργησε τις ποικίλες σχέσεις,  μεταξύ όλων των λεγομένων  ‘ινδοευρωπαϊκών’ γλωσσών,  Εξετάζεται δηλαδή, εάν και κατά πόσον μπορούμε να  την θεωρήσουμε ως μητέρα-γλώσσα, αποδίδοντας έτσι μητρογονική φύση στις σχέσεις της με κάποιες γλώσσες, χωρίς όμως να αποκλείεται η πιθανότητα να αποδοθεί  -σε διαφορετικές χρονικές περιόδους- και πατρογονική φύση σε γλωσσικές σχέσεις μεταξύ της ελληνικής και άλλων γλωσσών, βασίζοντας τον  παραλληλισμό αυτόν στην τεράστια διαφορά ταχύτητας που εκ φύσεως ολοκληρώνεται η βιολογική διαδικασία της γένεσης για τον καθ΄ ένα των δύο γονέων, παρ’ όλο ότι η διαιώνιση των γονικών χαρακτηριστικών τους αποδεικνύεται  στατιστικά ισομερής ! 

Διότι για την μεν μητέρα η διαδικασία της γένεσης συμβαίνει να είναι χρονοβόρα καιενδοσωματική, για τον δε πατέρα ταχύτατη και εξωσωματική.

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα αυτό στην περίπτωση της γένεσης των διαφόρων ‘ινδοευρωπαϊκών’ γλωσσικών σχέσεων, αποδεικνύεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις  η δεύτερη διαδικασία θα απέδιδε ορθότερα την εξελικτική τους πορεία, με την χρήση του όρου ‘πατρική’ γλώσσα αντί για ‘μητρική’ στη θέση ενός προγόνου, υπευθύνου για τις γλωσσικές αυτές ομοιότητες ! 

Το σφάλμα της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας δεν περιορίζεται απλά στην τεχνητή ονομασία ‘ινδοευρωπαίοι’, αλλά το ουσιαστικό είναι ότι με την αστήρικτη  κοσμοθεώρηση που προτείνει, δηλαδή τις γνωστές θέσεις σχετικά με την εκ του βορά εισβολή ενός νομαδικού και πρωτόγονου λαού, παραπέμπει στην ιδέα ότι οι βάσεις του Ευρωπαϊκού πολιτισμού ετέθησαν από τα σπέρματα ενός λαού βαρβάρου, που δεν ανήκε στη ευρωπαϊκή γη, αλλά επιβλήθηκε κατακτητικά, έχοντας τρόπο ζωής την αρπαγή και την βία, σε αντίθεση με την θεωρία που προτείνεται σε αυτό το βιβλίο που τις θέτει ως προερχόμενες από έναν ανώτερο πολιτισμό, που με το παράδειγμα του είχε ορίσει ως πρότυπο όχι την επιβίωση του ισχυροτέρου δια της βίας, αλλά αυτό της αρμονικής συμβίωσης με βάση την αμοιβαία συνεργασία στην διακίνηση αγαθών και την ανταλλαγή ιδεών. Βεβαίως εναπόκειται στον καθένα να κρίνει ποια προέλευση δείχνει πιο συμβατή με την σημερινή διαμόρφωση του μέσου Ευρωπαϊκού πολιτιστικού επιπέδου!

Μέσα από λεπτομερείς γλωσσολογικές συγκρίσεις και κοινωνιολογικές αναλύσεις, επάνω σε 4 λέξεις που σημαίνουν συγγένεια, (πατήρ, μήτηρ, φράτηρ, θυγάτηρ), που είναι κοινές στις περισσότερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, αποδεικνύεται ότι  -σύμφωνα με το πρότυπο που εισηγείται η ΙΕ θεωρία-, ούτε μία από της κύριες ομάδες γλωσσών της λεγομένης Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο κεντρικός πυρήνας της, και φυσικά ούτε και η Ελληνική θα μπορούσε να είναι το είδος της ‘μητέρας γλώσσας’  που γέννησε εκ του εαυτού της τις υπόλοιπες «ινδοευρωπαϊκές» γλώσσες, και τις αντίστοιχες φυλετικές ομάδες.  

Όμως όλα  τα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο,  συγκλίνουν στο ότι η πρωτο-Ελληνική είναι ο αναζητούμενος κοινός παράγων ο οποίος επέδρασε μορφογενετικά, και τις διαμόρφωσε σε ποικίλους βαθμούς, προσδίδοντας ονομασίες για άγνωστες έννοιες, και κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά, είτε με την μορφή δανείων, είτε εγκαθιδρύοντας για πρώτη φορά ορολογίες για τον καθορισμό σχέσεων συγγενείας, την ονοματοδοσία  ανθρωπίνων οργάνων, την περιγραφή τεχνικών κατασκευών και τις ονομασίες βασικών αριθμών στα πλαίσια του πολιτισμικού μοντέλου που τους μετέδιδαν οι Πρωτοέλληνες, 

Η διαφορά πολιτισμικού επιπέδου κατά τη διάρκεια των επαφών τους, αποτυπώθηκε πάνω στης γλώσσες της εν λόγω οικογένειας, όχι μόνο με την μορφή διάσπαρτων λέξεων, αλλά και με την μορφή σύνταξης του λόγου, η οποία αντικατροπτίζει ταυτόχρονα και την θετική αποδοχή του τρόπου σκέψης των πρωτοελλήνων, ενώ όσες έννοιες στις τοπικές γλώσσες, είχαν ήδηπεράσει το στάδιο εκείνο της συνειδητότητας που τις αποκρυσταλλώνει και τις σχηματοποιεί σε λέξεις, παρέμειναν ως είναι φυσικό ισχυρότερες στις γλώσσες αυτές, μαζί με την εκάστοτετοπική προφορά η οποία συμβαίνει να είναι ένα τόσο δυναμικό χαρακτηριστικό, ώστε να επιζεί ως γλωσσικό υπόστρωμα ακόμα και μετά από μία πλήρη αλλαγή της ίδιας της γλώσσας.

Όμως θεωρώ απαραίτητο να διευκρινιστεί, ότι όσο θα απείχαμε από την πραγματικότητα εάν υποθέταμε ότι μπορεί να έχουν κοινή προέλευση δύο γλώσσες όπως η Αγγλική και η Αραβική, μόνο και μόνο επειδή έχουν μερικές κοινές  λέξεις όπως τη λέξη  ‘τηλέφωνο’, και βάσει αυτών να αναζητούσαμε πάλι κάποια ‘μητέρα’ τους επαναλαμβάνοντας το σφάλμα της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, άλλο τόσο απέχει και η όλη εξελικτική διαδικασία που αναλύεται σ’ αυτό το βιβλίο, από τον ισχυρισμό, ότι καταφέραμε να εντοπίσουμε τα ίχνη του λαού εκείνου, –εάν ποτέ υπήρξε τέτοιος – ο οποίος έχει θέσει βάσεις για την δημιουργία κάποιου αρχικού πυρήνα των κεντρικών ομάδων των ΙΕ γλωσσών ως σύνολο, υποκαθιστώντας την τεχνητή έννοια «πρωτοινδοευρωπαϊκή φυλή», με κάποια άλλη υπόθεση εξ’ ίσου ανεδαφική.

Ο λόγος που καθιστά αδύνατο τον εντοπισμό της αρχικής προέλευσης των κύριων ομάδων των λεγομένων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, όπως είναι η Γερμανική, η Σλαβική, η Κελτική κλπ, είναι πως στην πραγματικότητα έχουν σχέσεις λόγω επαφών μεταξύ τους, αλλά όσον αφορά τις υπό διερεύνηση κοινές μεταξύ τους λέξεις και σύνταξη, αποδεικνύεται ότι είναι αρχαιότατες μεν, αλλά επίκτητες και συνεπώς -σύμφωνα με την προτεινόμενη σε αυτό το βιβλίο Θεωρία της Βυθισμένης Αιγιήδος – δεν αποτελούν κατάλοιπο κάποιου κεντρικού πυρήνα τους, ενώ οι πραγματικοί πυρήνες της κάθε μιας ξεχωριστής ομάδας, δεν παρουσιάζουν σύγκλιση προς μια ορατή μητέρα-γλώσσα κοινής προέλευσης.

Αυτό που μπορούμε όμως να τεκμηριώσουμε είναι το εξής : ότι  βάσει όλων των στοιχείων και των συσχετισμών που παρατίθενται σε αυτό το βιβλίο, ο λαός που ομιλούσε την αρχαϊκή πρωτοελληνική Ιαπετική γλώσσα, με την δύναμη των πολιτισμικών και τεχνικών στοιχείων που κόμιζε, όσο και με την διείσδυση του μέσα σε διαφορετικούς κάθε φορά λαούς κατέστησε και τότε τη γλώσσα του αποδεκτή ως αρχέτυπο, δρώντας πάντα εποικοδομητικά  και συμπληρωματικά επί υπαρκτών γλωσσών της απόμακρης εκείνης εποχής, όπως συνεχίζει να δρα και σήμερα, με την ανάμιξη των ποικίλων νοημάτων της νεότερης αρχαιοελληνικής γλώσσας, σε όλες ανεξαιρέτως της γλώσσες του κόσμου σε διαφόρους βαθμούς. 

Τέλος, μπορούμε να πούμε, ότι όλες αυτές οι διαπιστώσεις  μεσα από το βιβλίο, συνθέτουν μια πραγματικότητα  του προϊστορικού παρελθόντος από τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και την Ελλάδα, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε ευκρινώς, την ύπαρξη ενός αρχαιοτάτου πρωτοελληνικού πολιτισμού που απέχει χιλιετίες από την κλασσική αρχαιοελληνική εποχή, στο κέντρο ενός ευρύτερου χώρου απ’ όπου τυχαίνει να προέρχεται η πλειονότητα των αρχαιοτέρων ευρημάτων εξελιγμένου πολιτισμού στον κόσμο, η κατασκευή πολλών εκ των οποίων καθιστά απαραίτητη προϋπόθεση την κατοχή θεωρητικών γνώσεων, και αναπόφευκτα την χρήση ανεπτυγμένου λόγου και γραφής.