Ο ΓΚΑΝΤΙ ΩΣ ΜΑΧΟΜΕΝΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Ομιλία του Δικηγόρου Παρ Αρείο Πάγω και Γενικού Γραμματέα της ΕΛΙΝΕΠΑ, Αντώνη Παπαδόπουλου κατά τον εορτασμό των Γενεθλίων του Μαχάτμα Γκάντι, 2 Οκτωβρίου 2014, New York College, Αθήνα

gandhi-layerΜε τη σημερινή ομιλία μου θα προσπαθήσω να κάνω μια τομή στην προσωπικότητα του μεγάλου αυτού ανδρός  στην μνήμη του οποίου ολόκληρη η ανθρωπότητα υποκλίνεται ευλαβικά  .Η τομή αυτή  αφορά στο κύριο επάγγελμα που άσκησε κατά την διάρκεια της ζωής του, αυτό του δικηγόρου .

Από την μικρή του ηλικία ο Μαχάτμα Γκάντι είχε αφομοιώσει  μέσα στο είναι του την έννοια  του δικαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ήρωας των παιδικών του χρόνων  ήταν ο Θεός Ράμα, τον οποίο θαύμαζε και  λάτρευε   γιατί αγωνίστηκε για την εμπέδωση του δικαίου τόσο μέσα στο βασίλειό του ,όσο και μέσα στην οικογένεια του. Όλη η Ραμαγιάνα, το λαμπρό αυτό έπος της ινδικής παράδοσης , το οποίο μελετούσε μεταξύ άλλων  συνεχώς ο Γκάντι  ,είναι αφιερωμένο στον θεό Ράμα και στον αγώνα του μεταξύ άλλων και για τη δικαιοσύνη.

Είναι λοιπόν πιθανόν εμπνευσμένος από το έπος αυτό  που του καλλιέργησε  την αγάπη του για τη δικαιοσύνη, να αποφάσισε ώριμος πλέον στην ηλικία να ακολουθήσει το επάγγελμα του δικηγόρου ,το οποίο το καταξίωσε με την απαράμιλλη μαχητικότητα  που επέδειξε κατά την διάρκεια των αγώνων του για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των συμπατριωτών του στην Ν. Αφρική ,όπως θα αναλύσουμε παρακάτω.

Αλλά ας δούμε την πορεία της μεγάλης αυτής ψυχής  μέσα στο δύσκολο  δρόμο που διάλεξε, αυτόν  της δικηγορίας.

Αν και είχε μορφωθεί και εκπαιδευτεί για να γίνει δικηγόρος ,ο ίδιος εξάσκησε το επάγγελμά του μέχρι το έτος 1914 ,όταν άφησε την Ν. Αφρική για να επιστρέψει στην Ινδία. Τον κάλεσαν στο Δικηγορικό Σύλλογο στις 10 Ιουνίου 1891 και κατά την επιστροφή του στην Ινδία από το Λονδίνο ,όπου σπούδασε νομικά, αυτός ο ντροπαλός ,σοβαρός και ένθερμος νέος δικηγόρος κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ζήτηση για τις υπηρεσίες του στην Rajkot  και έτσι πήγε στην Βομβάη. Είχε όμως επίγνωση της απειρίας του ως νέος δικηγόρος, έτσι αποφάσισε να επισκέπτεται κάθε μέρα τα Δικαστήρια με σκοπό να μάθει τις δικονομικές διαδικασίες στην πράξη.

Εμεινε όμως έκπληκτος όταν διαπίστωσε στα Δικαστήρια αυτά ότι όλοι σχεδόν οι δικηγόροι τόσο οι άσημοι ,όσο και οι φημισμένοι ,εξασφάλιζαν πελατεία μέσα από κύκλωμα «κραχτών» που σύχναζαν στα Δικαστήρια. Αισθάνθηκε αμέσως απέχθεια προς αυτούς και αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους. Ετσι όμως δεν ανέλαβε καμία υπόθεση για μήνες. Μια μέρα όμως ανέλαβε ένα φάκελο υπόθεσης  και έπρεπε  να παραστεί  σε δίκη ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Η δίκη άρχισε και κατά την διάρκεια της διαδικασίας όταν ξεκίνησε να εξετάζει τον μάρτυρά του, τον κυρίευσε  αμηχανία  και έμεινε  άφωνος. Αισθάνθηκε ταπεινωμένος ,εγκατέλειψε το Δικαστήριο ,παρέδωσε το φάκελο της υπόθεσης σε άλλο δικηγόρο και επέστρεψε την αμοιβή στον πελάτη του.

Είναι μια εμπειρία την οποία μπορούν να διηγηθούν πολλοί δικηγόροι στην αρχή της καριέρας τους ,πόσοι όμως από αυτούς θα είχαν το θάρρος να ακολουθήσουν το άψογη και αξιοπρεπή συμπεριφορά του;

Απογοητεύτηκε από το γεγονός αυτό και έτσι αποφάσισε να αφήσει το επάγγελμα και να ψάξει δουλειά σαν καθηγητής. Δεν είχε όμως τα προσόντα για το επάγγελμα αυτό και έτσι δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Επέστρεψε τότε στην   Rajkot και εκεί  βρήκε εργασία σε δικηγορικό γραφείο στο οποίο βοηθούσε τον δικηγόρο να προετοιμάζει τις υποθέσεις για το Δικαστήριο. Ομως να που ξαφνικά του χαμογέλασε η τύχη  και τον προσκάλεσε ένας συμπατριώτης του πλούσιος έμπορος στο Ντούρμπαν της  Ν. Αφρικής για να αναλάβει μια υπόθεσή του. Ετσι τον Απρίλιο του 1893 ο νεαρός Γκάντι αναχώρησε για τη Ν. Αφρική για να προφέρει τις υπηρεσίες του για ένα χρόνο τουλάχιστον ,όπως του προτάθηκε,  στον Dada Abdullah Seth ,που είχε αξίωση έναντι άλλου πλούσιου έμπορου από την Πρετόρια ύψους 40.000 λιρών Αγγλίας.  

Γιατί όμως ο Dada Abdullah Seth ήθελε να προσλάβει τον Γκάντι ως δικηγόρο  και όχι κάποιο άλλο  δικηγόρο συμπατριώτη του και μάλιστα   κάτοικο του Ντούρμπαν;  Ο λόγος ήταν, όπως γράφει στο βιβλίο του  σχετικά με τον Γκάντι και τους μαθητές του , ο Ved Mehda, ότι οι ινδοί  δικηγόροι της περιοχής του δεν γνώριζαν την αγγλική γλώσσα σε τέτοιο βαθμό ώστε να υποστηρίξουν τις υποθέσεις του ενώπιον των τοπικών δικαστηρίων, ενώ ο Γκάντι γνώριζε άπταιστα τη γλώσσα αφού είχε σπουδάσει στην Αγγλία.

 Πάντως αναγνωρίζεται από άλλους μελετητές του Γκάντι  ότι  ο  Ved  Mehda  έχει κάνει  ένα ιστορικό λάθος σχετικά με τον προαναφερόμενο λόγο  για τον οποίο κλήθηκε ο Γκάντι στη Ν. Αφρική, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπήρχαν καθόλου ινδοί δικηγόροι την περίοδο αυτή στη Ν. Αφρική .Μάλιστα ο Γκάντι ήταν ο πρώτος ινδός  δικηγόρος που άσκησε δικηγορία στην Ν. Αφρική. 

Με το που έφτασε στο Ντούρμπαν ,η πρώτη του δουλειά ήταν να πάει στο Δικαστήριο να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Τότε ο Δικαστής του έκανε παρατήρηση γιατί φορούσε τουρμπάνι μέσα στο Δικαστήριο και τον διέταξε να το βγάλει. Του ήταν αδύνατο να κατανοήσει  τη διαταγή αυτή  ξαφνιάστηκε ,και αρνήθηκε να το βγάλει .Ετσι ο δικαστής τον διέταξε να φύγει από το Δικαστήριο.

Η υπόθεση για την οποία εργαζόταν με επιμέλεια και ευσυνειδησία θα συζητείτο στα δικαστήρια της ευρύτερης περιφέρειας της  Τρανσβάαλ ,και ο Γκάντι αφού μελέτησε καλά τον φάκελο της υπόθεσης ,κατάφερε και συγκέντρωσε όλα τα αποδεικτικά  στοιχεία προς όφελος του πελάτη του. Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με αυτήν την υπόθεση, έμαθε ένα καλό μάθημα, ότι εάν ο ο δικηγόρος φροντίσει και κατανοήσει καλά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του ,τότε ο νόμος θα φροντίσει αυτήν.

Εμαθε λοιπόν ο Γκάντι ότι τα πραγματικά περιστατικά  μιας υπόθεσης σημαίνουν αλήθεια και εφόσον εμείς οι ίδιοι προσχωρούμε στην αλήθεια ,ο νόμος έρχεται από μόνος του και φροντίζει την υπόθεση.

Με το πέρασμα του χρόνου  κατανόησε ότι η υπόθεση αυτή θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα ,και κατά συνέπεια θα κατάστρεφε οικονομικά και τον πελάτη του και τον αντίδικο. Για τον λόγο αυτό έπεισε τον πελάτη του ότι τον συνέφερε καλλίτερα να βρεθεί συμβιβαστική λύση  μέσω διαιτησίας στην υπόθεση αυτή. Με την άδεια του πελάτη του πλησίασε τον αντίδικο και τον έπεισε να λύσουν την υπόθεση με διαιτησία. Και τα δύο μέρη ευχαριστήθηκαν από την έκβαση της υπόθεσης και ο Γκάντι έλεγε για το αποτέλεσμα:

«Η χαρά μου ήταν αφάνταστη. Εμαθα την αληθινή πρακτική του δικαίου. Εμαθα να ανακαλύπτω την καλή πλευρά της ανθρώπινης φύσης και να εισέρχομαι στις καρδιές των ανθρώπων. Κατανόησα ότι η αληθινή αποστολή ενός δικηγόρου ήταν να ενώνει τα αντιμαχόμενα  μέρη. Το μάθημα αυτό έμεινε τόσο  ανεξίτηλο στην μνήμη μου, που ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μου στα είκοσι χρόνια δικηγορίας μου, αφιερώθηκε στην διεκπεραίωση εκατοντάδων υποθέσεων μέσω εξώδικου συμβιβασμού. Ουδέποτε έχασα κάτι  από αυτήν την πρακτική, ούτε χρήματα, ούτε βέβαια την ψυχή μου» .

Ο αρχικός πελάτης του  Dada Abdullah Seth   δέσμευσε με τις υποθέσεις του  τον Γκάντι για περίπου ένα χρόνο, οπότε περί το τέλος του χρόνου αυτού ετοιμάστηκε ο Γκάντι να ταξιδέψει πίσω στην Ινδία.

Κατά τον χρόνο αυτό όμως ο νομοθέτης του Νάταλ έφερε προς συζήτηση στο νομοθετικό σώμα ένα νόμο «περί τροποποίησης των πολιτικών δικαιωμάτων» στον οποίο περιείχετο διάταξη που στερούσε των πολιτικών δικαιωμάτων  τους  Ινδούς του Νάταλ.

Κατά τη διάρκεια μιας  αποχαιρετιστήριας δεξίωσης που δόθηκε προς τιμή του Γκάντι επί τη  αναχωρήσει του για την Ινδία, διαβάστηκε ένα άρθρο τοπικής εφημερίδας σχετικά με τον νόμο αυτό που ανέφερε:

«Ο Ασιάτης προέρχεται από μια φυλή παρηκμασμένου πολιτισμού που δεν έχει την παραμικρή γνώση των αρχών και παραδόσεων δημοκρατικής διακυβέρνησης. Κατά συνέπεια όσον αφορά στα ένστικτά του και την παιδεία του, είναι σε νηπιακή κατάσταση και μάλιστα οπισθοδρομική ,επομένως δεν μπορούμε να περιμένουμε από αυτούς να έχουν συμπάθεια για τα πολιτικά μας ιδανικά».

Ολοι  οι παριστάμενοι στην δεξίωση έμειναν άναυδοι ,και παρακάλεσαν τον Γκάντι να μείνει στο Ντούρμπαν τελικά για να τους βοηθήσει να κάνουν εκστρατεία κατά του νόμου αυτού.

Οι έμποροι επίσης συμφώνησαν να παραμείνει ο Γκάντι στην υπηρεσία τους σαν σύμβουλος και η δεξίωση εξελίχθηκε τελικά σε λαϊκή συνέλευση.

Τότε ο Γκάντι κατανόησε ότι του ήταν απαραίτητο να κάνει αίτηση στον Αρειο Πάγο προκειμένου να του δοθεί το δικαίωμα να παρίσταται και ενώπιον του.

Η αίτησή του αυτή όμως πολεμήθηκε από την ένωση Νομικών του Νάταλ της οποίας ο γραμματέας της κατέθεσε ένορκα ότι : α. Ο αιτών δεν προσκόμισε το πρωτότυπο πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τον «Εσωτερικό Ναό», εννοούσε ότι το ακριβές αντίγραφο του πιστοποιητικού που προσκόμισε από τον Ανώτατο Δικαστήριο της Βομβάης δεν ήταν επαρκές ,

Β. Ότι ο αιτών δεν ήταν Ευρωπαίος και συνεπώς δεν ήταν δυνατό να γίνει δεκτός  να παρίσταται ως δικηγόρος στον Άρειο Πάγο.

Διεξήχθη σκληρός δικαστικός αγών κατά της εισήγησης αυτής και τελικά ο Γκάντι έγινε δεκτός σαν δικηγόρος στον Άρειο Πάγο.

Αμέσως μετά τη δίκη αυτή ο Γκάντι άνοιξε γραφεία στο Ντούρμπαν. Οι σπουδαιότερες από τις υποθέσεις που χειρίστηκε αναφέρονται στα Νομικά Χρονικά του Νάταλ. Τον υποστήριξαν πολύ τα μέλη της ινδικής Κοινότητας και απέκτησε μια καλή  εμπειρία σε εμπορικές υποθέσεις. Κατά την περίοδο εκείνη στα Δικαστήρια της Νάταλ ,επικρατούσε το έθιμο οι Ινδοί που εισέρχονταν στο Δικαστήριο ,έπρεπε να βγάλουν τα παπούτσια τους και το κάλυμμα της κεφαλής τους  και να χαιρετίσουν την Έδρα του Δικαστηρίου. Παρόλο που η αποικιοκρατική  αυτή  πρακτική αργά ή γρήγορα θα εγκαταλειπόταν ,ο Γκάντι κατάφερε και την εξάλειψε άμεσα και  οριστικά.

Η δικηγορία του Γκάντι διακόπηκε λόγω του πολέμου μεταξύ των Άγγλων και των Μπόερς.

Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου ,ο Γκάντι και οι οπαδοί του οργάνωσαν ομάδα που προσέφερε εθελοντικά νοσηλεία στους τραυματίες του πολέμου.

Μετά τον πόλεμο ο Γκάντι έλαβε άδεια ασκήσεως δικηγορίας στην Δημοκρατία της Τρανσβάαλ και άνοιξε γραφείο στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Κατά το διάστημα αυτό ανέδειξε τη δικηγορία του σε υψηλό λειτούργημα. Έθεσε ως υπέρτατο καθήκον  την έρευνα της αλήθειας σε κάθε υπόθεση. Από την αρχή που αναλάμβανε μια υπόθεση έλεγε στους πελάτες του ότι ουδέποτε θα ανελάμβανε μια «φτιαχτή» υπόθεση, ή ότι θα υπαγόρευε στον μάρτυρά του  τη μαρτυρία του.

Μια μέρα στεναχωρήθηκε πολύ παρόλο που είχε κερδίσει την υπόθεση, όταν έμαθε ότι ο πελάτης του  τον  είχε εξαπατήσει.

Σε μία άλλη περίπτωση που αποκαλύφθηκε στην μέση της δίκης ότι ο πελάτης του έλεγε ψέματα κατά τη διάρκεια της εξέτασής του σε αντιπαράθεση με τον αντίδικο, αμέσως σταμάτησε τη διαδικασία και χωρίς περιστροφές ζήτησε από τον Δικαστή να απορρίψει την υπόθεση. Βέβαια ο συνήγορος της άλλης πλευράς εξεπλάγη, το Δικαστήριο όμως ικανοποιήθηκε.

Η αφοσίωσή του στην αλήθεια ήταν γνωστή σε όλη την ινδική Κοινότητα και η φήμη του μεγάλωσε μεταξύ των συναδέλφων του.

Ο ίδιος αναφέρει στην αυτοβιογραφία του: «Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής μου εργασίας πάντοτε είχα τη συνήθεια να μην κρύβω την άγνοιά μου από τους πελάτες μου ή τους συναδέλφους μου. Οποτεδήποτε  μου ερχόταν μια υπόθεση την οποία δεν μπορούσα να φέρω εις πέρας λόγω άγνοιας, συμβούλευα τους πελάτες μου να προσλάβουν άλλο δικηγόρο».

Πάντοτε έθετε τις νομικές του  υπηρεσίες  προς όφελος της Κοινότητας ,και θεωρούσε τον εαυτό του ως υπηρέτη της αλήθειας.

 Είναι γεγονός  ότι ο Γκάντι απασχολήθηκε πολύ με τις νομικές υποθέσεις ,πάντως όμως δεν πρέπει να αμφισβητείται ότι οι δημόσιες δραστηριότητές του σαν οργανωτής και ηγέτης της ινδικής  Κοινότητας είχαν την απόλυτη προτεραιότητά του.   

Η άνευ φόβου έρευνά  και προσχώρησή του στην αλήθεια σαν δικηγόρος, διαπερνούσαν κάθε  δραστηριότητά του και του εμφύσησαν βαθειά μέσα του όλες εκείνες τις αρχές που μεταμόρφωσαν  τον Γκάντι τον δικηγόρο σε Γκάντι με  μεγάλη ψυχή, Μαχάτμα.

Η Ν. Αφρική ήταν το πεδίο μέσα στο οποίο δοκίμασε και τελειοποίησε ένα νέο όπλο στον αγώνα του για την αδικία και την φυλετική διάκριση.

Οι δύο κύριες συνισταμένες του όπλου του ήταν η τήρηση της αλήθειας και η  καθολική δέσμευσή του στην αρχή της μη –βίας. Αποτέλεσμα  της εκστρατείας του για  παθητική αντίσταση, ήταν αναμφισβήτητα η βελτίωση του επιπέδου ζωής της ινδικής Κοινότητας στην Ν. Αφρική που κατέληξε στον Νόμο  ανακούφισης των Ινδών(Indian Relief Act).

Επέστρεψε στην Ινδία το έτος 1914 ,η φήμη του όμως ως πολιτικού ηγέτη απλώθηκε παντού εκεί. Αν και δεν εξάσκησε τη δικηγορία μετά την επιστροφή του στην Ινδία, οι φίλοι του Πόλακ, Μπρέϊλσφορντ  και Πέθικ Λώρενς στην βιογραφία τους για τον Γκάντι αναφέρουν: «Αν και φαινόταν παράξενος σε πολλούς ανθρώπους της εποχής του, ο Γκάντι έφερε μέσα του μέχρι την τελευταία του στιγμή την απόψεις δικαίου που είχε εμπεδώσει όταν ήταν ακόμη ασκούμενος σε δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου. Αυτός  ο ασυνήθιστος  συνδυασμός του αγίου και του δικηγόρου, προξενούσε αμηχανία στους τρίτους που τύχαινε να κάνουν διαπραγματεύσεις μαζί του.»

Τελειώνοντας τη τομή αυτή στην νομική προσωπικότητα του Μαχάτμα, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι μέσα από τους κοινωνικούς του αγώνες  και τις φιλοσοφικές επιρροές που δέχτηκε από παλαιότερους και σύγχρονους φιλοσόφους  του , ήλθαν στην επιφάνεια οι απόψεις του περί δικαίου που και σήμερα θα πρέπει να μας προβληματίζουν στους δύσκολους αυτούς καιρούς που περνάει όλη η ανθρωπότητα.

Η αρχή της  satyagraha,  που εκδηλώνεται μέσα από την επιδίωξη της αλήθειας, τη καλλιέργεια των ηθικών αξιών στην δημόσια ζωή  και την προστασία της αξιοπρέπειας όλων των ανθρώπων, είχε εμποτίσει όλη τη ζωή του  και τον έκαμε μάχιμο τόσο στην δικηγορία όσο και στους κοινωνικούς του αγώνες για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την αρχή αυτή προφανώς απορρέουν και οι απόψεις του ότι είναι θεμιτή η ειρηνική ανυπακοή του ατόμου σε νόμους της πολιτείας που έρχονται σε αντίθεση με τις πανανθρώπινες ηθικές αξίες. Το ηθικά συνειδητοποιημένο άτομο είναι πάνω από τον νόμο και τις αρχές  της  πολιτείας.(Εδώ μας θυμίζει την περίφημη τραγωδία του Σοφοκλή «ΑΝΤΙΓΟΝΗ» ,η οποία αψήφησε τον νόμο της πολιτείας και έθαψε τον νεκρό αδελφό της).

Τέλος ο Γκάντι πρέσβευε ότι οι νόμοι της πολιτείας θα πρέπει να δοκιμάζονται  συνεχώς από την ηθική του λαού στον οποίο επιβάλλονται ,γιατί τελικά ο λαός είναι ο πραγματικός κριτής και νομοθέτης των νόμων. Κατά συνέπεια οι πολίτες  οφείλουν να αγωνίζονται μέχρι τέλους για τη κατάργηση άδικων νόμων. Ολόκληρη η ζωή του Γκάντι υπήρξε αξιοθαύμαστη διότι τόσο σαν δικηγόρος όσο και σαν καθημερινός  άνθρωπος έκανε κάτι που οι μέσοι άνθρωποι δεν μπορούν εύκολα  να κάνουν, δηλ. να κάνουν πράξη με ευλάβεια  τις αρχές που πρεσβεύουν. Οσοι το καταφέρνουν αυτό στην ζωή τους ,δίκαια παίρνουν τον τίτλο του μεγάλου.

Η ζωή του ας είναι φωτεινό παράδειγμα για όλους μας, και οι αρχές του ας προβληματίζουν το νου μας .Ίσως δώσουν λύσεις και στα σημερινά μας προβλήματα.