Το τίμημα της αδιαφορίας (μύθοι της Παντσατάντρα)

Της Κούλας Ρήγα*

panchatantra1


Η Παντσατάντρα (Panchatantra) είναι μια συλλογή διδακτικών μύθων της ινδικής πεζογραφίας και ποίησης, με πρωταγωνιστές κυρίως ζώα. Το πρωτότυπο κείμενο είναι στα σανσκριτικά για τους ινδουιστές και στα πάλι για τους βουδιστές. Η συλλογή, που αποδίδεται στον Pandit Vishnu Sharma χρονολογείται από τους περισσότερους μελετητές γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ. και βασίζεται σε παλαιότερη προφορική παράδοση. Μέσω διασυνοριακών μεταλλάξεων, προσαρμογών και μεταφράσεων, η Παντσατάντρα διευρύνθηκε δεχόμενη πολλές επιρροές από άλλες λαϊκές ιστορίες της κεντρικής Ασίας. Συνεχίζει όμως να αποτελεί το πλέον δημοφιλές ηθικο-διδακτικό έργο της ινδικής λογοτεχνίας, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τους μύθους του Αισώπου. Μέσα από τους μύθους της Παντσατάντρα εκφράζονται ινδικές και πανανθρώπινες αξίες και διδαχές για  μια σοφή συμπεριφορά στη ζωή.

Η Ελληνο-Ινδική Εταιρεία Πολιτισμού & Ανάπτυξης δημοσιεύει παρακάτω την πρώτη ιστορία της Παντσατάντρα σε μετάφραση και διασκευή της Κούλας Ρήγα. Οι ζωγραφιές είναι της ίδιας.


Κάποτε σε ένα μικρό χωριό της Ινδίας, ζούσε  ένας καλαθάς που τον λέγανε Ουτζβαλάκα. Οι άνθρωποι του χωριού ήταν πολλοί φτωχοί και δεν έκαναν πολλές παραγγελίες για καλάθια. Έτσι η οικονομική του κατάσταση χειροτέρευε συνεχώς…

Μια μέρα, έχοντας κουραστεί από την άσχημη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, σκέφτηκε: «Λιώνω σε αυτή τη φτώχεια κάθε μέρα, ενώ  αλλού  οι  άνθρωποι έχουν δουλειά  και απολαμβάνουν τη ζωή… Εγώ δεν έχω  ούτε  κατάλληλο σπίτι να ζήσω, ούτε καινούργια  ρούχα να φορέσω και ούτε φαγητό για να ζήσω την οικογένεια μου… Δεν έχει νόημα να μένω άλλο εδώ… θα πάω στην πόλη να αναζητήσω την τύχη μου».

Έτσι ο καλαθάς μια μέρα  πήρε την οικογένειά του και άφησε το χωριό, Στο δρόμο τους συνάντησαν ένα δάσος και αποφάσισαν να το διασχίσουν για να κερδίσουν χρόνο. Μετά από αρκετό περπάτημα η γυναίκα και τα παιδιά του κουράστηκαν και του ζήτησαν να κάτσουν κάπου να ξεκουραστούν. Τότε ο καλαθάς  είδε μια μικρή καλύβα παρατημένη δίπλα σε ένα ποταμάκι και είπε, «Να εδώ θα περάσουμε το βράδυ μας. Μέσα στην καλύβα θα είμαστε προστατευμένοι και ασφαλείς από τυχόν άγρια ζώα».

Το βράδυ και ενώ ξάπλωσαν να κοιμηθούν άκουσαν ένα θόρυβο έξω από την καλύβα και ο καλαθάς βγήκε έξω να δει τι είναι. Εκεί γεμάτος έκπληξη αντίκρισε μια  καμήλα να είναι ξαπλωμένη και να πονάει. Την πλησίασε και διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος και έτοιμη να γεννήσει ένα καμηλάκι. Τότε φώναξε τη γυναίκα του και όλοι μαζί προσπάθησαν να βοηθήσουν την καμήλα να γεννήσει.  Μετά από λίγο ένα πανέμορφο καμηλάκι ήρθε στον κόσμο και άνοιξε τα μάτια του κοιτάζοντας τους με ευγνωμοσύνη πρίν χαθεί ξανά μέσα στα πόδια της μάνας του αναζητώντας να πιεί το πρώτο του γάλα.

Ο Ουτζβαλάκα και η γυναίκα του περιποιήθηκαν την καμήλα, που είχε εξαντληθεί από την γέννα, δίνοντας της νερό και τροφή. Μέτα από λίγη ώρα η καμήλα ανέκτησε τις δυνάμεις της και πλάγιασε δίπλα στο καμηλάκι της, όπου και αποκοιμήθηκε μαζί του. Η οικογένεια επέστρεψε στην καλύβα να ξεκουραστεί. Όλοι μαζί αποφάσισαν ότι το επόμενο πρωί, που θα έφευγαν για την πόλη, θα έπαιρναν μαζί τους και τις καμήλες.

Έτσι λοιπόν, με το  πρώτο φώς της ημέρας και αφού όλοι είχαν ξεκουραστεί, ετοίμασαν τις καμήλες και πήραν τον δρόμο για τον προορισμό τους. Αφήνοντας πίσω τους την καλύβα και βγαίνοντας από το δάσος όλοι ένιωθαν πολύ χαρούμενοι για το νέο ξεκίνημά τους στην πόλη  μαζί με τις καμήλες. Το ίδιο χαρούμενη ήταν και η καμήλα για τη νέα ζωή με το καμηλάκι της και με την οικογένεια που την φρόντιζε και την αγαπούσε.

Η ζωή στην πόλη κυλούσε όμορφα… Ο Ουτζβαλάκα και η οικογένεια του πλέον ζούσαν μια αξιοπρεπή ζωή. Είχαν ξεκινήσει να πουλάνε το γάλα της καμήλας και τα κέρδη ήταν αρκετά για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Η επιχείρηση ήταν κερδοφόρα και δεν χρειάστηκε ο καλαθάς να αναζητήσει άλλη δουλειά. Όσο περνούσε ο καιρός το πανέμορφο καμηλάκι μεγάλωνε και ήταν το αγαπημένο του Ουτζβαλάκα. Από τη συμπάθεια που του είχε, του έκανε δώρο ένα κουδουνάκι, φορώντας το στο λαιμό του, για να το ομορφαίνει πιο πολύ.

Καθώς περνούσε ο καιρός, μια μέρα είπε στη σύζυγο του: «Αφού μπορώ να στηρίξω την οικογένεια μου πουλώντας το γάλα μιας καμήλας…θα δανειστώ κάποια χρήματα από έναν πλούσιο έμπορο και θα αγοράσω και άλλη καμήλα. Αυτό το επάγγελμα είναι εύκολο και  κερδοφόρο. Το διάστημα που θα λείπω να φροντίζεις τις καμήλες». Η σύζυγος του συμφώνησε και έτσι ξεκίνησε για το ταξίδι για να δανειστεί χρήματα και να αγοράσει και άλλη καμήλα.

Πράγματι, μετά από μερικές ημέρες, ο Ουτζβαλάκα επέστρεψε με μια ακόμη καμήλα στο σπίτι του. Έτσι η παραγωγή και πώληση γάλακτος μεγάλωσε και τα οικονομικά του πήγαιναν ακόμη καλύτερα. Είχε προσλάβει και έναν υπάλληλο για να βοηθά και να φροντίζει σωστά τις καμήλες. Η περιουσία του μεγάλωνε και αγόραζε περισσότερες  καμήλες κάθε χρόνο. Μέσα σε λίγα χρόνια ο Ουτζβαλάκα έγινε πλούσιος αγόρασε δικό του σπίτι στην άκρη της πόλης δίπλα στο δάσος και είχε στην κατοχή του πολλές καμήλες. Ήταν τυχερός που κύλησαν όλα καλά γι” αυτόν και την οικογένεια του. Ήταν πλέον ευτυχισμένος.

Η οικογένεια φρόντιζε όλες τις καμήλες. αλλά ο Ουτζβαλάκα είχε πάντα πιο πολύ συμπάθεια και αγάπη στο πανέμορφο καμηλάκι με το κουδουνάκι γύρω στο λαιμό του, που όλο και μεγάλωνε…Τα παιχνιδιάρικα σκιρτήματά του έκαναν όλους να γελάνε και ο ήχος του κουδουνίσματος έκανε τον Ουτζβαλάκα πολύ χαρούμενο.

Κάθε απόγευμα οι καμήλες βοσκούσαν κοντά στο δάσος, δίπλα από το σπίτι της οικογένειας. Εκεί οι καμήλες περνούσαν όμορφα τη μέρα τους. Έτρωγαν χορτάρι, έπιναν νερό από μια μεγάλη λίμνη που βρισκόταν εκεί ανάμεσα στα δέντρα, έκαναν μπάνιο και έπαιζαν παιχνίδια μεταξύ τους. Τους άρεσε πάρα πολύ το δάσος.  Η φύση ήταν όμορφη και μαγευτική! Βοσκούσαν και έπαιζαν ελεύθερες μέχρι το ηλιοβασίλεμα, οπότε επέστρεφαν πίσω στο σπίτι.

Το μικρό καμηλάκι όμως ήταν ατίθασο και ανυπάκουο ως προς τις άλλες καμήλες, οι οποίες το συμβούλευαν πάντα να είναι κοντά τους, ώστε να μην απομακρυνθεί και χαθεί από το κοπάδι. Έτρεχε πάντα εδώ και κει, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία σε αυτά που του λέγανε. Το καμηλάκι περιφρονούσε τις υπόλοιπες καμήλες και έκανε το δικό του, πήγαινε πάντα στο τέλος του κοπαδιού και περιπλανιόταν μόνο του. Γνώριζε τη συμπάθεια και την αγάπη που του είχε ο Ουτζβαλάκα και εκδήλωνε ένα αίσθημα ανωτερότητας προς τις άλλες καμήλες. Πίστευε ότι οι υπόλοιπες καμήλες το ζήλευαν και ενοχλούνταν  από το γεγονός ότι ο κύριος το θαύμαζε και το αγαπούσε περισσότερο απ’ αυτές.

Panchatantra2


Μια μέρα λοιπόν, στην άκρη του δάσους πλησίασε ένας πεινασμένος τίγρης. Εκεί που περιπλανιόταν αναζητώντας κάποιο θήραμα για τροφή, άκουσε ξαφνικά  ένα  κουδούνισμα που του απέσπασε την προσοχή. Αφουγκράστηκε τον ήχο και πλησίασε σιωπηλά στην περιοχή που βοσκούσαν οι καμήλες.  Σταμάτησε πίσω από τα δέντρα και παρέμεινε εκεί μέχρι να βρει την κατάλληλη στιγμή για το θήραμά του. Παρατηρούσε το κοπάδι από μακρινή απόσταση και προσεχτικά ώστε να μην την αντιληφθούν οι καμήλες. Ξαφνικά είδε σε κοντινή απόσταση το πανέμορφο και αλαζονικό καμηλάκι που είχε απομακρυνθεί από το υπόλοιπο κοπάδι να περιφερόταν στο δάσος,

Σιγά σιγά και με αργές κινήσεις ο τίγρης πλησίασε προς το μέρος του… Όταν το καμηλάκι αντιλήφθηκε την παρουσία του ήταν ήδη αργά…Το καμηλάκι έντρομο και φοβισμένο είδε τον τίγρη και άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση του κοπαδιού φωνάζοντας βοήθεια για να το προστατέψουν.

Ο πεινασμένος τίγρης όμως αύξησε την ταχύτητα του και πρόλαβε το καμηλάκι πριν καν προλάβει να βγει από το δάσος. Πέφτοντας επάνω του με αγριότητα και με αποφασιστικότητα το άρπαξε από τον λαιμό  με τα κοφτερά του δόντια και το κατασπάραξε… Το άμοιρο καμηλάκι δεν κατάφερε να επιβιώσει, διότι δεν άκουσε και αψήφησε  τις συμβουλές που του έδωσαν οι μεγαλύτερες καμήλες…

Ηθικό Δίδαγμα:

Ένας ανόητος άνθρωπος που αρνείται να ακολουθήσει μια καλή και σωστή συμβουλή, οδηγείτai με βεβαιότητα προς την καταστροφή.


Panchatantra3* Η Κούλα Ρήγα κατάγεται από τη Σκιάθο και ζει στην Αθήνα. Γεννήθηκε το 1987, από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ινδή. Σπούδασε ηχοληψία, μουσική και ζωγραφική. Της αρέσουν οι τέχνες και ασχολείται με τη μουσική, τη φωτογραφία και τη ζωγραφική. Έχει ασχοληθεί με τον τουρισμό και τις τουριστικές επιχειρήσεις της οικογένειάς της. Η αγάπη της για τα παιδιά και τον ινδικό πολιτισμό την έκαναν να στραφεί στη μετάφραση ινδικών παραμυθιών. Παράλληλα, σπουδάζει Χίντι στο Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Αθηνών για να κατανοήσει σε μεγαλύτερο βάθος τον ινδικό πολιτισμό και να βελτιώσει την ακρίβεια των μεταφράσεών της.