Βιβλιοπαρουσίαση: «Βουδισμός – Η Ινδική Περίοδος» του Στυλιανού Παπαλεξανδρόπουλου

Βουδισμός – Η Ινδική Περίοδος.
Gutenberg, Αθήνα, 2015, σελίδες 133.
Του Τσώρη Χαράλαμπου,
(Μαγίστορ φιλοσοφίας της θρησκείας μετεκπαιδευόμενος στον Βουδισμό)
Εάν κάποιος θελήσει ν’ αναζητήσει μία ελληνόγλωσση, εισαγωγική μελέτη για τον Βουδισμό, δε μπορεί παρά να μην σταθεί σ’ αυτήν του καθηγητή Στέλιου Παπαλεξανδρόπουλου για τον πρώιμο Βουδισμό. Ουσιαστικά, πρόκειται για το μοναδικό εισαγωγικό βουδολογικό έργο που έχει γραφτεί στην ελληνική γλώσσα από Έλληνα επιστήμονα, με ειδίκευση σ’ αυτήν τη θρησκεία.
Ο Παπαλεξανδρόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής θρησκειολογίας στο τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας, στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Σ’ αυτό δίδαξε επί σειρά ετών το εν λόγω μάθημα (1981 – 2019), καθώς και ανά περιόδους όλα τα σχετικά μαθήματα που έχουν διδαχθεί στο ωρολόγιο πρόγραμμα του τμήματος κι ανήκουν στον κλάδο της ιστορίας των θρησκειών (Ανατολικές Θρησκείες, Κινεζικά και Ιαπωνικά Θρησκεύματα, Ινδουισμό, Βουδισμό, Νέες Θρησκείες, Ισλάμ, Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, Θρησκειολογία). Επιπλέον, έχει διδάξει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (2001-2006) για τη φιλοσοφία και τον πολιτισμό των ανατολικών λαών. Έχοντας σπουδάσει στην Ελλάδα, την Ευρώπη και την Ιαπωνία, ειδικεύτηκε στον ιαπωνικό Βουδισμό και τον Σιντοϊσμό. Οι σχετικές μονογραφίες του – «Ο Ιάπωνας φιλόσοφος Νισίντα Κιταρό» (1992), «Θεότητες και Κόσμος στην Κοσμογονία του Κοτζίκι» (1994), «Η αληθινή πραγματικότητα στο έργο του Ντόγκεν» (2000), «Ιστορία της τέχνης του Ιαπωνικού Βουδισμού, 552-794» (2006) και γενικά οι μελέτες του για τον ιαπωνικό πολιτισμό (μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων, επιστημονικά άρθρα, εκλαϊκευτικές διαλέξεις κ.α.) και η συστηματική παρουσίασή του στην Ελλάδα, οδήγησαν στη βράβευσή του, τόσο από το ιαπωνικό κράτος (2014), όσο και από τον Ιάπωνα αυτοκράτορα (2020). Επιπλέον, έχει ασχοληθεί και με άλλες ανατολικές θρησκείες για τις οποίες έχει συγγράψει ιδιαίτερα σημαντικά έργα, όπως «Ινδουισμός – Ιστορική εισαγωγή» (2015), και «Ανατολικές θρησκείες» (2016). Τέλος, έχει ασχοληθεί και με τα Νέα Θρησκευτικά Κινήματα, για τα οποία έχει αρθρογραφήσει εκτενώς. Το παρόν πόνημά του γράφηκε το 2015. Όμως, λόγω της όψιμης ενασχόλησής μας με το σχετικό γνωστικό αντικείμενο και ακόμη της μη παρουσίασής του έως τώρα από τα ΙΝΔΙΚΑ, θεωρήσαμε σκόπιμο να το παρουσιάσουμε, έστω και έπειτα από αρκετά έτη από την πρώτη κυκλοφορία του, μετά την ευμενή αποδοχή της πρότασής μας από τους υπεύθυνούς του.
Είναι ευτύχημα το ότι η παρούσα μελέτη χρησιμοποιεί αρκετές σύγχρονες μελέτες τόσο ως βοηθήματα, όσο και ως πηγαίο υλικό (κριτικές εκδόσεις βουδιστικών κειμένων), γιατί έτσι δε μεταφέρει μόνο την πιο επίκαιρη επιστημονική άποψη για τα βουδιστικά δόγματα, αλλά και την επιστημονική προβληματική (δηλαδή, ό,τι σε μεγάλο βαθμό έχει στερηθεί η ελληνική επιστήμη έως σήμερα), μέχρι αυτή να διατυπωθεί τελεσίδικα ή τουλάχιστον έτσι ώστε να θεωρείται η πιο πιθανή.
Το βιβλίο ξεκινάει μ’ έναν Πρόλογο (σ. 9 –12), όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στη σύγχρονη ελληνική βουδολογική πραγματικότητα και στην παρουσία του Βουδισμού ως Νέας Θρησκείας στη χώρα μας, όπως και στη Δύση. Κατά τον καθ. Παπαλεξανδρόπουλο, η έλλειψη ελληνικών βουδολογικών μελετών οφείλεται αφενός στην σχεδόν ανυπαρξία επιστημόνων της θρησκειολογίας, αφετέρου στην αδιαφορία των ελληνικών πανεπιστημίων και των διανοουμένων απέναντι στο φαινόμενο της θρησκείας, σε πλήρη αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο και με μικρή εξαίρεση τις θεολογικές σχολές. Το αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης, είναι να θεωρείται λανθασμένα ως Βουδισμός το περιεχόμενο των λίγων μεταφρασμένων ιεραποστολικών βουδιστικών έργων, που εκπροσωπούν κυρίως παραδόσεις των ιαπωνικών σχολών Ζεν και αυτών του Θιβέτ. Μάλιστα, πρόκειται για μορφές του Βουδισμού που έχουν απωλέσει την παραδοσιακή μορφή τους, αφού, προκειμένου να γίνουν κατανοητές στο δυτικό κοινό, δυτικοποιήθηκαν, τόσο ως προς το περιεχόμενο τους, δηλαδή ως προς τις ιδέες τους, όσο και ως προς τη μορφή τους, δηλαδή το λεξιλόγιο και τη φρασεολογία τους. Πρόκειται για τα λεγόμενα Ανατολικά Νέα Θρησκευτικά Κινήματα, που άρχισαν να διαδίδονται στον δυτικό κόσμο στα τέλη του 19ου αι. και αρχικά στις ΗΠΑ, εκτεταμένα στην Ευρώπη, αλλά και στην Αμερική και την Αυστραλία από τη δεκαετία του ’60 και εξής και στην Ελλάδα κυρίως από τη δεκαετία του ’70 και μετά.
Μετά τον Πρόλογο, ακολουθεί η Εισαγωγή του βιβλίου (σ. 14 – 24), που αποτελείται από δύο ενότητες. Στην πρώτη, γίνεται μία σύντομη αναφορά στην επιστημονική ευρωπαϊκή έρευνα, στην οποία περιγράφονται οι απαρχές, τα σημαντικότερα στάδια κι οι τομείς στους οποίους αφορά. Στη δεύτερη εισαγωγική ενότητα, παρουσιάζεται ο Βουδισμός μέσω της πολυμορφίας των παραδόσεών του ανά τον κόσμο.
Κατόπιν, ακολουθεί το κυρίως θέμα (σ. 25 – 127), που χωρίζεται σε δύο μέρη, τα οποία περιγράφουν τις δύο κεντρικές παραδόσεις της βουδιστικής θρησκείας: τον Τεραβάντα (ή αρχαίο Βουδισμό), που επικρατεί κυρίως στη Νότια και Ανατολική Ασία, σε περιοχές της Ινδίας, του Βιετνάμ και του Μπαγκλαντές και είναι αυτός που η περιγραφή του έχει τη μεγαλύτερη έκταση στο εν λόγω βιβλίο και του Μαχαγιάνα, που αναπτύχθηκε και επικράτησε κυρίως στην Κεντρική Ασία και την Άπω Ανατολή. Στην πρώτη ενότητα του πρώτου μέρους (σ. 25 – 116), ο συγγραφέας αναφέρεται σε κάποιους γενικούς επιστημονικούς προβληματισμούς, όπως αυτόν για την ονομασία του Βουδισμού από την εμφάνισή του, έως και τη γέννηση του Μαχαγιάνα. Στη δεύτερη, γίνεται αναφορά στις πηγές του αρχαίου Βουδισμού. Αυτές χωρίζονται σε δύο τμήματα. Στο πρώτο περιλαμβάνονται οι άμεσες πηγές, στις οποίες ανήκουν τα κείμενα που φέρονται να εμπεριέχουν τις κεντρικές ιδέες από τη διδασκαλία του Βούδα, οι επονομαζόμενοι «Κανόνες» των επιμέρους Σχολών. Σ’ αυτή την κατηγορία περιλαμβάνεται ο μόνος κανόνας που σώζεται ακέραιος ως τις μέρες μας, ο «Κανόνας Πάλι», της σχολής Τεραβάντα. Στο δεύτερο τμήμα αναπτύσσονται οι έμμεσες πηγές, τα υπομνήματα που γράφτηκαν για τον «Κανόνα» αυτό. Στην τρίτη κατά σειρά ενότητα εξετάζεται το κατά πόσο ο «Κανόνας Πάλι» είναι πράγματι αξιόπιστος, δηλαδή σε ποιο βαθμό μας μεταφέρει την αυθεντική διδασκαλία του Βούδα. Επίσης, εξετάζεται εάν πράγματι μας προσφέρει κάποια δυνατότητα ανασύστασης, από τη μία αυτής της διδασκαλίας του Βούδα και από την άλλη της ιστορικής πορείας και εξέλιξης του Βουδισμού. Για τις απαντήσεις που μπορούν να δοθούν στα παραπάνω ερωτήματα, διαμορφώθηκαν σταδιακά δύο κυρίαρχες κατευθύνσεις. Κατά την πρώτη, υπάρχουν αμφιβολίες για την ιστορικότητα της πρώτης συνόδου των πρώτων μαθητών του Βούδα, κατά την οποία σύμφωνα με την παράδοση, έγινε η σύνταξη του κανόνα. Επίσης, η αμφισβήτηση υπάρχει, και σε ό,τι αφορά τη χρονολόγηση του κανόνα, καθώς αυτός φαίνεται να συντάχθηκε σταδιακά και να γνώρισε ποικίλες μεταφράσεις. Όσον αφορά στη δεύτερη κατεύθυνση, τονίζεται η δυνατότητα αναγωγής κάποιων βασικών ιδεών του κανόνα σε κείμενα της ινδουιστικής γραμματείας, τα οποία έχουν ήδη επιστημονικά χρονολογηθεί. Ξεκινώντας την ανάγνωση της επόμενης ενότητας, βρισκόμαστε σε ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα επιστημονικά προβλήματα που αφορούν τον Βουδισμό και αυτό έχει να κάνει με τη σύνθεση μίας καθολικά ιστορικής βιογραφίας του Βούδα (5ος – 4ος π.Χ. αι). Αυτό συμβαίνει διότι, σε όλες σχεδόν τις σχετικές βιογραφίες που έχουν διασωθεί, το μυθικό με το ιστορικό στοιχείο, συχνά περιπλέκονται. Σαν παράδειγμα εδώ μπορούμε να πάρουμε την σχετικά γνωστή διήγηση της γέννησής του, κατά την οποία παρουσιάζεται να γεννιέται από το πλάγιο μέρος της κοιλιάς της μητέρας του, Μάγιας, έπειτα από κυοφορία δέκα μηνών. Σ’ αυτή την ενότητα, ο Παπαλεξανδρόπουλος παραθέτει την περισσότερο γνωστή αφήγηση για τον βίο του νεαρού Βούδα ή Σιντάρτα Γκαουτάμα, τονίζει την αφήγηση που αφορά τη στιγμή της αφύπνισής του, με αναφορές ωστόσο και στις προηγούμενες γεννήσεις του, σχολιάζοντας συγχρόνως τα διάφορα επίθετα τα οποία κατά καιρούς του έχουν αποδοθεί στην πρώιμη βουδιστική γραμματεία. Ακόμη, περιγράφει το πολιτιστικό και ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκείνος παρουσιάστηκε και έδρασε. Στην πέμπτη ενότητα, ο συγγραφέας ασχολείται με τον «Κανόνα Πάλι», όπου επισημαίνει τη μεγάλη δυσκολία που υπάρχει στην ανασύσταση του συνόλου της αρχικής διδασκαλίας του Βούδα. Αυτό οφείλεται στο ότι πολλά τμήματα από τη διδασκαλία του έχουν κατά καιρούς παρουσιασθεί ως κεντρικά, παρότι είναι σχεδόν αδύνατο να διακριθεί μέσα από αυτές ένα τέτοιο. Για το λόγο αυτό, ο Παπαλεξανδρόπουλος, αναπτύσσει πολύ σύντομα στις επόμενες ενότητες ορισμένα στοιχεία και έννοιες της βουδιστικής θρησκείας, όπως για παράδειγμα την κοσμολογία της, την έννοια της «σετάνα» (μίσους), του κάρμα, των επαναγεννήσεων κ.ά. Αντίθετα, μεγαλύτερη έκταση δίνει στην εξέταση των δύο κυριότερων, κατά τον ίδιο, διδασκαλιών του Βουδισμού, δηλαδή των «Τεσσάρων Ευγενών Αληθειών» και της «Εξαρτημένης Προέλευσης».
Η πρώτη σχετική διδασκαλία που αναπτύσσει ο Παπαλεξανδρόπουλος (14η ενότητα) είναι για τις λεγόμενες
«Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες» ή τις «Αλήθειες Του Ευγενούς». Αυτή συνίσταται στη διαδικασία αναγνώρισης του προβλήματος της ύπαρξης και του πόνου σε κάθε του μορφή (σωματικός, ψυχικός, πνευματικός), και της δυνατότητας αντιμετώπισής του. Κατά τη βουδιστική διδασκαλία, η διαπίστωση του προβλήματος οδηγεί στην ανακάλυψη της αιτίας που το προκαλεί, δηλαδή στη βούληση ή επιθυμία, και κατ’ επέκταση στη λύση του, δηλαδή τη «Νιρβάνα». Όμως, η κάθε επιμέρους αλήθεια χρήζει πολλών ερμηνειών και ο συγγραφέας παρουσιάζει αρκετές από αυτές. Για παράδειγμα, ο όρος «Νιρβάνα», αλλού παρουσιάζεται ως μια κατάσταση παροδικότητας που μπορεί να επιτευχθεί με τη διακοπή της βούλησης – που εκφράζεται είτε ως επιθυμία, είτε ως μίσος (σετάνα) – αλλού ως ταύτιση με ένα υπερβατικό απόλυτο, και αλλού ως η πλήρης διακοπή του κύκλου των επαναγεννήσεων (σαμσάρα) και της παύσης του πόνου.
Όμως, η μεγαλύτερη βαρύτητα δίνεται από τον συγγραφέα στην επόμενη (15η) ενότητα, εκείνη δηλαδή που αφορά στην ανάλυση της «Εξαρτημένης Προέλευσης». Κατά τον Παπαλεξανδρόπουλο, στον «Κανόνα Πάλι», έχουμε κάποιο είδος «παρουσίασης» της «Εξαρτημένης Προέλευσης», δηλαδή της προέλευσης των διαφόρων επαναγεννήσεων και των αιτιών που τελικά οδηγούν σε αυτές, ως μία αλυσίδα αιτίων και αιτιατών, ο τελευταίος κρίκος της οποίας εντοπίζεται ως θάνατος και γηρατειά, δηλαδή τα βασικά συστατικά του ανθρώπινου πόνου, κατά τη βουδιστική σκέψη. Σύμφωνα με την ίδια, αν προσπαθήσουμε να βρούμε τη βαθύτερη αιτία αυτού του φαινόμενου, συνεκδοχικά οδηγούμαστε στην επανάληψη της γέννησης. Κατ’ αυτήν την συλλογιστική, η αιτία αυτής της επανάληψης είναι το «κάρμα», το οποίο είναι άμεσα υπεύθυνο για την «ποιότητα» των διαφόρων γεννήσεων. Ακολούθως, η αιτία του «κάρμα» είναι η επιθυμία κ.ο.κ. Έτσι, καταλήγουμε στην πρώτη αιτία (την, κατά τη βουδιστική διδασκαλία, «αιτία δίχως αιτία») της συνεξαρτημένης διαδοχής, η οποία είναι η πλήρης άγνοια για την αληθινή φύση των πραγμάτων, δηλαδή για την πραγματικότητα, η οποία στον Βουδισμό είναι γνωστή ως «μη ουσιαστικότητα». Η διδασκαλία αυτή αφορά στην ανάλυση και επεξήγηση ολόκληρου του μηχανισμού της αναπαραγωγής του πόνου μέσω του κύκλου των επαναγεννήσεων και επομένως και του τρόπου που μπορεί αυτός να σταματήσει. Κατά τον Παπαλεξανδρόπουλο αυτή είναι η κεντρική διδασκαλία του αρχαίου Βουδισμού. Μάλιστα, η πρωτότυπη συμβολή του συγγραφέα στην επιστήμη της μελέτης της βουδιστικής θρησκείας, εντοπίζεται σε αυτό το σημείο. Κατά τον Έλληνα βουδολόγο, οι «Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες», και πιο συγκεκριμένα οι δύο πρώτες από αυτές (η παραδοχή ύπαρξης του πόνου και η αιτία της), είναι στην πραγματικότητα μια σύνοψη του συνόλου της διδασκαλίας της «Εξαρτημένης Προέλευσης». Προσθέτοντας όμως κανείς στις δύο αυτές «Ευγενείς Αλήθειες» και τις υπόλοιπες δύο που αφορούν, αφενός στο τελικό στόχο που είναι η διακοπή του πόνου, αφετέρου στον τρόπο μέσω του οποίου μπορεί αυτή να επιτευχθεί, οι τέσσερις αλήθειες, στο σύνολο τους πλέον, καταλήγουν να περικλείουν τα πιο σημαντικά επιμέρους στοιχεία της βουδιστικής διδαχής, και να αποτελούν την περίληψη ολόκληρου του «Κανόνα Πάλι».
Στη συνέχεια, στη δέκατη έκτη ενότητα του βιβλίου του, ο Παπαλεξανδρόπουλος κάνει μία σύντομη, αλλά περιεκτική αναφορά στα πιο σημαντικά σημεία της λεγόμενης γραμματείας «Αμπιντάρμα», που είναι η πρώτη ίσως απόπειρα δημιουργίας ενός ενιαίου και αδιάσπαστου συστήματος, στο οποίο θα περιλαμβανόταν η πλειοψηφία των φιλοσοφικών και θεολογικών ιδεών του Βούδα και του βουδιστικού κοσμοειδώλου γενικότερα.
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το τρίτο και τελευταίο μέρος του (σ. 117 – 27) στο οποίο, μέσα σε έξι συνοπτικές ενότητες, ο συγγραφέας αφενός αποδίδει τις κεντρικές ιδέες του δεύτερου μεγάλου κλάδου του Βουδισμού, του Μαχαγιάνα ή Βόρειου Βουδισμού, αφετέρου επισημαίνει τις βασικότερες διαφορές που παρουσιάζει η διδασκαλία αυτού με τον έτερο μεγάλο κλάδο, οι οποίες έγκεινται κυρίως στη Σωτηριολογία και την Κοσμολογία τους. Επίσης, στο τρίτο μέρος γίνεται μία συνοπτική αναφορά στις πηγές του κλάδου Μαχαγιάνα, οι οποίες συνίστανται κυρίως σε θιβετιανές και κινεζικές μεταφράσεις, καθώς και σε κάποια ερμηνευτικά σχόλια μεταγενέστερων Σχολών και βουδιστών λόγιων πάνω στα πρωτότυπα κείμενά του.
Κλείνοντας τη βιβλιοκρισία μας, πιστεύουμε πως το εν λόγω έργο αποτελεί μία πραγματικά αξιόλογη κι αρκετά επίκαιρη εισαγωγή στη θρησκεία του αρχαίου Βουδισμού, δοσμένη στο μέσο αναγνωστικό κοινό με απλό και κατανοητό τρόπο, στο οποίο εκτός από την αναφορά στα σημαντικότερα και πιο βασικά στοιχεία των κύριων βουδιστικών σχολών και παραδόσεων, αναπτύσσονται και τα επιστημονικά προβλήματα που έχουν ανακύψει γύρω από την έρευνά του. Έτσι, δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη ν’ αναπτύξει μία αρκετά ικανοποιητική, κριτική εικόνα για την εν λόγω θρησκεία ή τουλάχιστον τις απαρχές της. Γι’ αυτό, και λόγω κι ενός ακόμη ιδιαίτερου χαρακτηριστικού του, της σχετικά μικρής έκτασής του, το συνιστούμε ανεπιφύλακτα.
