Ο Θουκυδίδης και το νησί της Θάσου – Ταξιδεύοντας στην ομίχλη του χρόνου

Του Δημήτρη Βασιλειάδη

Ο κορυφαίος ιστορικός της αρχαιότητας Θουκυδίδης (περ. 460 π.Χ. – περ. 399 π.Χ.) διατηρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του μια ιδιαίτερη σχέση με το νησί της Θάσου που στην εποχή του τελούσε υπό Αθηναϊκή κυριαρχία και ανήκε στην περιοχή της Θράκης.

Οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή του Θουκυδίδη είναι πενιχρές και προέρχονται κυρίως  από αυτοβιογραφικές αναφορές που βρίσκουμε στα συγγράμματά του, καθώς και από άλλες, μεταγενέστερες πηγές, ιδιαίτερα στους «Βίους» του Μαρκελλίνου και στο λεξικό Σούδας.

Γεννήθηκε στον δήμο Αλιμούντος της Αθήνας, τον σημερινό Άλιμο. Από την πλευρά της μητέρας του είχε συγγενικούς δεσμούς με τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Μιλτιάδη και το γιο του, Κίμωνα. Πατέρας του ήταν ο Όλορος, το όνομα του οποίου δηλώνει θρακική προέλευση και φαίνεται να καταγόταν από την ευρύτερη περιοχή της Θάσου, καθώς ήταν ιδιοκτήτης μεταλλουργείων στη Θάσο και χρυσωρυχείων στη Σκαπτή Ύλη, αρχαία πόλη που έλεγχαν οι Θάσιοι στην παράκτια περιοχή της Θράκης απέναντι από το νησί.

Ο Θουκυδίδης ήταν περίπου 30 ετών όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος  το 431 π.Χ. Μολύνθηκε και ο ίδιος από τον λοιμό που έπληξε την Αθήνα  κατά το δεύτερο έτος του πολέμου, ενώ η πόλη πολιορκούνταν από τους Σπαρτιάτες, αλλά κατόρθωσε να επιζήσει και να καταγράψει τα γεγονότα ως αυτόπτης μάρτυρας. Πολλοί συμπολίτες του όμως πέθαναν ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος  ο Περικλής μαζί με τα μέλη της οικογενείας του.

Το 424 π.Χ. ο Θουκυδίδης εκλέχθηκε στρατηγός των Αθηναίων και ανέλαβε τη διοίκηση επτά πλοίων που αγκυροβολούσαν στη Θάσο, πιθανότατα λόγω της καταγωγής και των διασυνδέσεών που διατηρούσε με την περιοχή.

Τον χειμώνα της ίδιας χρονιάς, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας επιτέθηκε στην πόλη της Αμφίπολης στα παράλια της Μακεδονίας. Ο Αθηναίος διοικητής της, ζήτησε βοήθεια από τον Θουκυδίδη, αλλά αυτός καθυστέρησε να φθάσει με αποτέλεσμα η πόλη να παραδοθεί στον Βρασίδα, που εν τω μεταξύ πρόσφερε ευνοϊκούς όρους στους κατοίκους της, φοβούμενος την άφιξη του αθηναϊκού στόλου από τη Θάσο. Έτσι όταν ο Θουκυδίδης έφτασε στην Αμφίπολη, η πόλη ήταν ήδη υπό σπαρτιατικό έλεγχο.

Η είδηση για την πτώση της Αμφίπολης εξόργισε τους Αθηναίους που θεώρησαν ως υπαίτιο τον Θουκυδίδη και τον εξόρισαν στη Θάσο. Εκεί έζησε μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του διαλογιζόμενος και συγγράφοντας με αρτιότητα και νηφαλιότητα ένα από τα σημαντικότερα έργα της αρχαιότητας, την «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου».

Σχετικά με την εξορία του, ο Θουκυδίδης αναφέρει: «Μου συνέβη να εξοριστώ από την πόλη μου επί είκοσι χρόνια μετά τη στρατηγία μου στην Αμφίπολη και, έχοντας επαφή με τα πράγματα των δύο πλευρών, και ιδίως, λόγω της εξορίας μου, με τα πράγματα των Πελοποννησίων, είχα τη δυνατότητα να τα προσεγγίσω απερίσπαστος και να τα κατανοήσω καλύτερα» (Ε 26, μτφρ. Σκουτερόπουλου).

Ο Θουκυδίδης φαίνεται να διατηρούσε φιλική σχέση με τον συνομήλικό του, Ιπποκράτη (460 π.Χ. – 377 π.Χ.), μία από τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες στην ιστορία της ιατρικής επιστήμης, καθώς αντιμετώπισαν μαζί τον λοιμό στην Αθήνα και αργότερα ο Ιπποκράτης πιθανότατα τον επισπεύτηκε στη Θάσο όπου και έζησε για δύο ή τρία χρόνια κατά τη διάρκεια των εξερευνητικών του ταξιδιών.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Θουκυδίδης δολοφονήθηκε κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, όταν του δόθηκε χάρη μετά το τέλος του πολέμου. Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη συγγραφή της Ιστορίας του, η αφήγηση της οποίας διακόπτεται απότομα στα μέσα του 411 π.Χ., υποδηλώνοντας τον ξαφνικό του θάνατο.

Το έργο του Θουκυδίδη αν και ανολοκλήρωτο άσκησε μεγάλη επιρροή στους μεταγενέστερους ιστορικούς, ορισμένοι εκ των οποίων τον χαρακτήρισαν «Πατέρα της Πολιτικής Ιστορίας» λόγω του τεκμηριωμένου τρόπου και του πολιτικού ρεαλισμού με τον οποίο κατέγραψε και μας παρέδωσε τα γεγονότα του πολέμου.